Χρήσιμα Τηλέφωνα & Πληροφορίες
Νόμος επικουρικού ταμείου

Νόμος επικουρικού ταμείου

Διαφήμιση

Αριθ. Φ.20210/4231/152/04 (ΦΕΚ 427 Β’/2-3-04) : Τροποποίηση,συμπλήρωση και αντικατάσταση του καταστατικού του Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης και Κοινής Διανομής Πρατηριούχων Υγρών Καυσίμων.

Ο ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ

΄Εχοντας υπόψη:

1. Τις διατάξεις του άρθρου 42 του Ν. 2972/2001 (Α΄ 291) «Εκσυγχρονισμός της οργάνωσης και της λειτουργίας του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων και άλλες διατάξεις».
2. Τις διατάξεις του άρθρου 29 Α΄ του Ν.1558/1985 (Α΄ 137) όπως προστέθηκαν με τις διατάξεις του άρθρου 27 του Ν. 2081/1992 (Α΄ 154) και αντικαταστάθηκαν με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 2469/1997 (Α΄38) «Περιορισμός και βελτίωση της αποτελεσματικότητας των κρατικών δαπανών και άλλες διατάξεις».
3. Την 80088/31.10.2001 (Β΄ 1485) Κοινή Απόφαση του Πρωθυπουργού και του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων «Ανάθεση αρμοδιοτήτων στους Υφυπουργούς Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων».
4. Τη γνώμη του Συμβουλίου Κοινωνικής Ασφάλειας που διατυπώθηκε στην 7η/10.2.2004 συνεδρίασή του.
5. Την απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως και Κοινής Διανομής Πρατηριούχων Υγρών Καυσίμων, που διατυπώθηκε στην 46η/ 10.12.2003 συνεδρίασή του.
6. Την συνταχθείσα τον Αύγουστο του 2000 Αναλογιστική Μελέτη.
7. Το γεγονός ότι από τις διατάξεις της απόφασης αυτής δεν προκαλείται επιβάρυνση, αποφασίζουμε:

Άρθρο 1

Οι διατάξεις του Καταστατικού του Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης και Κοινής Διανομής Πρατηριούχων Υγρών Καυσίμων τροποποιούνται, συμπληρώνονται και αντικαθίστανται ως εξής:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ

Γενικές διατάξεις

ΑΡΘΡΟ 1
Τίτλος, Έδρα, Νομική μορφή, Εποπτεία

Το Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Πρόνοιας και Κοινής Διανομής Πωλητών Βενζίνης Αθηνών Πειραιώς και Περιχώρων, που ιδρύθηκε με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Α.Ν. 1606/39 (Α 50) και μετονομάσθηκε σε Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης και Κοινής Διανομής Πρατηριούχων Υγρών Καυσίμων με τις διατάξεις του άρθρου 42 του Ν. 2972/01 (Α 291), αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, με έδρα την Αθήνα και τελεί υπό την εποπτεία και τον έλεγχο του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων.

Στο Ταμείο λειτουργούν δύο κλάδοι:

α. ο Κλάδος Επικουρικής Ασφάλισης και
β. ο Κλάδος Κοινής Διανομής, με λογιστική και οικονομική αυτοτέλεια.

ΑΡΘΡΟ 2
Σκοπός του Ταμείου

Σκοπός του Ταμείου είναι:

α. η επικουρική ασφάλιση των προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 3 του παρόντος, κατά των κινδύνων γήρατος, αναπηρίας και θανάτου, με τη χορήγηση σ’ αυτά και τα μέλη της οικογενείας τους, των παροχών που προβλέπονται από τις διατάξεις του παρόντος και την εν γένει νομοθεσία, όταν επέλθει ο ασφαλιστικός κίνδυνος και
β. η διανομή ισόποσου μερίσματος στα πρόσωπα που αναφέρονται στα άρθρα 31 και 3 του παρόντος.

ΑΡΘΡΟ 3
Ασφαλιζόμενα πρόσωπα

1. Στην ασφάλιση του Ταμείου υπάγονται υποχρεωτικά τα φυσικά πρόσωπα τα οποία έχουν στο όνομά τους την κατά νόμο άδεια λειτουργίας πρατηρίου υγρών καυσίμων (βενζινών και πετρελαίων, εκτός πετρελαίου θέρμανσης και φωτιστικού) ή υγραερίου για κίνηση οχημάτων, καθώς και τα φυσικά πρόσωπα τα οποία έχουν στο όνομά τους άδεια λειτουργίας σταθμού αυτοκινήτων με δυνατότητα χορήγησης υγρών καυσίμων (βενζινών και πετρελαίων, εκτός πετρελαίου θέρμανσης και φωτιστικού) ή υγραερίου ευρίσκονται εντός περιοχής κύκλου με κέντρο την πλατεία Ομονοίας Αθηνών και ακτίνα μήκους 20 χιλιομέτρων.
2. Από την 1.1.2005 η ασφαλιστική κάλυψη του Ταμείου επεκτείνεται σε όλη την επικράτεια και ασφαλίζονται υποχρεωτικά σ’ αυτό τα πρόσωπα που ορίζονται στο παρόν άρθρο, εφόσον η ηλικία τους δεν είναι μεγαλύτερη των εξήντα (60) ετών.
3. Αν η άδεια λειτουργίας των κατά την προηγούμενη παράγραφο πρατηρίων ή σταθμών αυτοκινήτων έχει εκδοθεί στο όνομα εταιρείας, στην ασφάλιση του Ταμείου υπάγονται οι εκπροσωπούντες την εταιρεία ως εξής:

α. αν η άδεια λειτουργίας έχει εκδοθεί στο όνομα ανώνυμης εταιρείας ασφαλίζεται ο πρόεδρος του διοικητικού της συμβουλίου εφόσον είναι και ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτής, άλλως ασφαλίζεται ο νόμιμος εκπρόσωπος (ή εκπρόσωποι) της εταιρείας,
β. αν η άδεια έχει εκδοθεί στο όνομα εταιρείας περιορισμένης ευθύνης ασφαλίζεται ο διαχειριστής (ή οι διαχειριστές) αυτής,
γ. αν η άδεια έχει εκδοθεί στο όνομα ομορρύθμου ή ετερορρύθμου εταιρείας ασφαλίζεται ο εκ των ομορρύθμων εταίρων νόμιμος εκπρόσωπος (ή νόμιμοι εκπρόσωποι) αυτής.

4. Ως πρατήριο υγρών καυσίμων ή υγραερίου στο παρόν Καταστατικό θεωρείται το κατάστημα λιανικής εμπορίας καυσίμων με τις κατάλληλες εγκαταστάσεις, όπου, υπό τους νόμιμους όρους λειτουργίας και με τα ισχύοντα μέσα μέτρησης γίνεται η χορήγηση υγρών καυσίμων ή υγραερίου σε οχήματα και σκάφη αναψυχής. Ως σταθμοί αυτοκινήτων θεωρούνται τα πρατήρια υγρών καυσίμων ή υγραερίου τα οποία διαθέτουν και χώρους στάθμευσης και πιθανόν και άλλες εγκαταστάσεις εξυπηρέτησης των οχημάτων.

ΑΡΘΡΟ 4
Αφάνεια Ηλικία

1. Όλα τα δικαιώματα τα οποία σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος έχουν ως προϋπόθεση το θάνατο, γεννώνται και για την αφάνεια η οποία έχει νόμιμα, κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικά, κηρυχθεί.
2. Η ηλικία των ασφαλισμένων και των μελών της οικογενείας τους αποδεικνύεται από το δελτίο της αστυνομικής τους ταυτότητας. Σε περίπτωση που δεν υπάρχει αστυνομική ταυτότητα, η ηλικία αποδεικνύεται με ληξιαρχική πράξη γέννησης, η οποία έχει συνταχθεί ή διορθωθεί σε διάστημα ενενήντα ημερών από τη γέννηση, ή με την εγγραφή στα μητρώα αρρένων ή στα ισχύοντα δημοτολόγια.
3. Σε κάθε περίπτωση που τίθεται θέμα προσδιορισμού της ηλικίας ελλείψει στοιχείων ή λόγω οποιασδήποτε αμφισβήτησης των υπαρχόντων, ακολουθούνται τα ισχύοντα για το φορέα κύριας ασφάλισης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ

Σύνθεση και λειτουργία του Διοικητικού Συμβουλίου.

ΑΡΘΡΟ 5
Συγκρότηση του Διοικητικού Συμβουλίου.

1. Το Ταμείο διοικείται από εννεαμελές Διοικητικό Συμβούλιο που αποτελείται από τους εξής:

α. τον Πρόεδρο
β. έναν υπάλληλο του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων
γ. τρεις εκπροσώπους των ασφαλισμένων
δ. έναν ειδικό σε θέματα οικονομικά
ε. έναν ειδικό σε θέματα διοίκησης
στ. έναν ειδικό σε θέματα οργάνωσης
ζ. έναν εκπρόσωπο των συνταξιούχων ο οποίος συμμετέχει με δικαίωμα ψήφου όταν συζητούνται θέματα του Κλάδου Επικουρικής Ασφάλισης.

Εκπρόσωπος των υπαλλήλων του Ταμείου συμμετέχει, με δικαίωμα ψήφου, στις συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου όταν συζητούνται θέματα προσωπικού, οργάνωσης και λειτουργίας του Ταμείου.

2. Στις συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου μετέχει χωρίς ψήφο ως Κυβερνητικός Επίτροπος υπάλληλος με τουλάχιστον Α΄ βαθμό του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων.
3. Ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και ο αναπληρωτής του πρέπει να είναι πτυχιούχος σχολών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και να έχει αποδεδειγμένη πείρα σε θέματα κοινωνικής ασφάλισης ή κοινωνικής πολιτικής.
4. Ο Πρόεδρος, τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου και ο Κυβερνητικός Επίτροπος διορίζονται με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, με τριετή θητεία και με ίσο αριθμό αναπληρωτών οι οποίοι έχουν τις ιδιότητες εκείνων που αναπληρώνουν.
5. Ο Υπουργός Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων μετά από πρόταση του Δ.Σ. μπορεί να κηρύξει έκπτωτο μέλος αυτού το οποίο αδικαιολόγητα απουσιάζει σε τρεις τουλάχιστον συνεδριάσεις του Δ.Σ.
6. Τα μέλη τα οποία διορίζονται σε αντικατάσταση εκείνων που εκπίπτουν, πεθαίνουν ή αποχωρούν με οποιονδήποτε τρόπο από το Δ.Σ., διορίζονται για το υπόλοιπο μόνο της θητείας εκείνων που αντικατέστησαν.
7. Σε περίπτωση που έχει λήξει η θητεία των μελών του Δ.Σ. αυτή παρατείνεται αυτοδίκαια μέχρι το διορισμό νέων μελών, όχι όμως περισσότερο από τρεις μήνες από τη λήξη της.
8. Τα μέλη του Δ.Σ. κατά την άσκηση των καθηκόντων τους έχουν τις ευθύνες των δημοσίων υπαλλήλων και τη θεσμοθετημένη γι’ αυτούς προστασία.
9. Ο Διευθυντής του Ταμείου εισηγείται στον Πρόεδρο και το Δ.Σ. για όλες τις υποθέσεις που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά του, εκτός εκείνων για τις οποίες εισηγείται στο Δ.Σ. ο Πρόεδρος, ή μέλος του Δ.Σ., το οποίο με απόφαση του Δ.Σ. ορίστηκε ως ειδικός εισηγητής.
10. Καθήκοντα γραμματέα του Δ.Σ. εκτελεί υπάλληλος του Ταμείου ο οποίος ορίζεται με τον αναπληρωτή του από τον Πρόεδρο του Δ.Σ. του Ταμείου
11. Το Δ.Σ. του Ταμείου, σε κάθε νέα συγκρότησή του, εκλέγει μεταξύ των μελών του, με μυστική ψηφοφορία των παρόντων, έναν Αντιπρόεδρο. Ο Αντιπρόεδρος διατηρεί το αξίωμά του εφόσον είναι μέλος του Δ.Σ.

Σε περίπτωση έκπτωσης, θανάτου ή αποχώρησης από το Δ.Σ. του Αντιπροέδρου, γίνεται νέα εκλογή για το υπόλοιπο της θητείας του.

Ο Αντιπρόεδρος αναπληρώνει ως προς όλες τις αρμοδιότητές του τον Πρόεδρο σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματος του.

ΑΡΘΡΟ 6
Αρμοδιότητες του Διοικητικού Συμβουλίου.

Το Διοικητικό Συμβούλιο διοικεί το Ταμείο και διαχειρίζεται την περιουσία του. Ειδικότερα:

α. έχει την επιμέλεια της κανονικής είσπραξης των πόρων του Ταμείου,
β. διαχειρίζεται τα κεφάλαια του Ταμείου σύμφωνα με τις διατάξεις του ισχύοντος καταστατικού και τη νομοθεσία που διέπει τους οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης,
γ. αποφασίζει για την τοποθέτηση των κεφαλαίων, την εκποίηση, υποθήκευση και ενεχυρίαση των περιουσιακών στοιχείων του Ταμείου και συμβιβάζεται ή παραιτείται από δικαστικό αγώνα σύμφωνα με τις διατάξεις του ισχύοντος καταστατικού και τη νομοθεσία που διέπει τους οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης,
δ. αποφασίζει για την απονομή των παροχών του Ταμείου και μεριμνά για την ταχεία και κανονική χορήγησή τους,
ε. εγκρίνει τον ετήσιο προϋπολογισμό, απολογισμό και ισολογισμό του Ταμείου καθώς και το μαθηματικό του Ταμείου ισοζύγιο,
στ. εγκρίνει κάθε δαπάνη που αφορά τη γενικότερη λειτουργία του Ταμείου,
ζ. λαμβάνει και υποδεικνύει μέτρα για την εκπλήρωση και βελτίωση των σκοπών του Ταμείου,
η. διορίζει τους απαραίτητους πληρεξούσιους δικηγόρους για την υπεράσπιση των υποθέσεων του Ταμείου,
θ. αποφασίζει και εισηγείται αρμοδίως την τροποποίηση ή συμπλήρωση διατάξεων του καταστατικού του Ταμείου και της διέπουσας αυτό εν γένει νομοθεσίας,
ι. αποφασίζει για την προμήθεια ειδών ή για την εκτέλεση έργων και εγκρίνει τη διενέργεια σχετικών διαγωνισμών, εφόσον προβλέπονται, κατά τις διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας.

ΑΡΘΡΟ 7
Αρμοδιότητες Προέδρου του Δ.Σ.-Κυβερνητικός Επίτροπος

1. Ο Πρόεδρος του Δ.Σ. έχει τις εξής αρμοδιότητες:

α. Καταρτίζει σε συνεργασία με τον διευθυντή του Ταμείου την ημερήσια διάταξη των συνεδριάσεων του Δ.Σ., συγκαλεί το Δ.Σ. και διευθύνει τις συνεδριάσεις του.
β. Παρακολουθεί και φροντίζει την εκτέλεση των αποφάσεων του Δ.Σ. η οποία γίνεται από τον Διευθυντή του Ταμείου.
γ. Εκπροσωπεί το Ταμείο ενώπιον κάθε αρχής και των δικαστηρίων. Είναι δυνατόν η εκπροσώπηση του Ταμείου να ανατεθεί με απόφαση του Δ.Σ. σε άλλο μέλος του Δ.Σ. ή στον Διευθυντή του Ταμείου.
δ. Υπογράφει όλα τα εντάλματα πληρωμών και εισπράξεων, τις επιταγές και κάθε άλλο έγγραφο που αφορά τη λειτουργία του Ταμείου, με εξαίρεση εκείνα των οποίων την υπογραφή έχει αναθέσει το Δ.Σ. με απόφασή του στον Διευθυντή του Ταμείου.

2. Ο Κυβερνητικός Επίτροπος καλείται πάντοτε, επί ποινή ακυρότητας της συνεδρίασης, σε όλες τις συνεδριάσεις του Δ.Σ. στις οποίες παρίσταται με δικαίωμα υποβολής προτάσεων, αλλά χωρίς δικαίωμα ψήφου.
3. Ο Κυβερνητικός Επίτροπος έχει δικαίωμα να ζητά, εντός 48 ωρών από τη λήψη της, την αναστολή εκτέλεσης απόφασης του Δ.Σ. η οποία κατά την κρίση του είναι αντίθετη με τις ισχύουσες νομοθετικές διατάξεις. Οι αποφάσεις αυτές δεν εκτελούνται, μέχρις ότου ο Υπουργός Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από σχετική αίτηση του Προέδρου του Δ.Σ. ή του Κυβερνητικού Επιτρόπου, άρει τη διαφωνία με απόφασή του, η οποία είναι υποχρεωτική και η οποία κοινοποιείται στο Ταμείο εντός 10 ημερών από την υποβολή της ανωτέρω αίτησης. Εάν δεν υπάρξει απόφαση του Υπουργού εντός της προθεσμίας αυτής, το Δ.Σ. μπορεί με απόφασή του να προβεί στην εκτέλεση της ανασταλείσας απόφασης, παρά την τυχόν διαφωνία του Κυβερνητικού Επιτρόπου.
4. Ο Κυβερνητικός Επίτροπος μπορεί να αναστέλλει μόνο μια φορά και μέχρι την επομένη συνεδρίαση την εκτέλεση οποιασδήποτε απόφασης του Δ.Σ. για την οποία πιστεύει ότι βλάπτει ουσιώδη συμφέροντα του Ταμείου ή γενικότερα κρατικά συμφέροντα. Στην περίπτωση αυτή, το Δ.Σ. μπορεί σε επόμενη συνεδρίασή του και με πλειοψηφία τουλάχιστον των 4/5 των παρόντων μελών του, να αποφασίσει την εκτέλεση της απόφασης που έχει ανασταλεί, παρά την τυχόν διαφωνία του Κυβερνητικού Επιτρόπου.

ΑΡΘΡΟ 8
Λειτουργία του Δ.Σ. Αποζημίωση των μελών του Δ.Σ.

1. Το Δ.Σ. συνεδριάζει τακτικά μεν τέσσερις φορές τον μήνα, έκτακτα δε όποτε κατά την κρίση του Προέδρου παραστεί ανάγκη ή το ζητήσουν εγγράφως τρία τουλάχιστον τακτικά μέλη του. Στην περίπτωση αυτή ο Πρόεδρος είναι υποχρεωμένος να ορίσει συνεδρίαση μέσα σε 48 ώρες από την υποβολή της αίτησης, με θέματα ημερήσιας διάταξης αυτά που αναγράφονται στην αίτηση των μελών του Δ.Σ.
2. Η έγγραφη πρόσκληση σε συνεδρίαση κοινοποιείται στα μέλη τουλάχιστον δύο ημέρες πριν από την ημέρα που πρόκειται να πραγματοποιηθεί η συνεδρίαση. Η συντόμευση αυτού του χρονικού διαστήματος επιτρέπεται μόνο σε περίπτωση επείγουσας ανάγκης που μπορεί να δικαιολογηθεί από τον Πρόεδρο. Στην πρόσκληση αναγράφονται απαραίτητα ο τόπος, η ημέρα και η ώρα της συνεδρίασης καθώς και τα θέματα της ημερήσιας διάταξης.
3. Τακτικό μέλος του Δ.Σ. που κωλύεται να παραστεί σε συνεδρίαση οφείλει, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, να ειδοποιεί απευθείας τον αναπληρωτή του.
4. Το Δ.Σ. δικαιούται να αποφασίζει την αναγραφή οποιουδήποτε θέματος στην ημερήσια διάταξη της επόμενης συνεδρίασης. Θέματα που δεν αναγράφονται στην ημερήσια διάταξη μπορούν να συζητηθούν μόνο ύστερα από ομόφωνη απόφαση των παρόντων μελών του Δ.Σ., παρισταμένου απαραιτήτως του Κυβερνητικού Επιτρόπου, η οποία λαμβάνεται στην αρχή της συνεδρίασης.
5. Το Δ.Σ. ευρίσκεται σε απαρτία και συνεδριάζει νομίμως όταν στη σύνθεσή του μετέχουν, ως τακτικά ή αναπληρωματικά μέλη, περισσότερα από τα μισά των διορισμένων τακτικών μελών. Η απαρτία πρέπει να υπάρχει σε όλη τη διάρκεια της συνεδρίασης.
6. Οι ψηφοφορίες του Δ.Σ. είναι πάντοτε φανερές, εκτός αν πριν το Δ.Σ. έχει αποφασίσει διαφορετικά ή πρόκειται για προσωπικά ζητήματα των μελών του. Οι αποφάσεις λαμβάνονται με απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων μελών, εκτός από τις ειδικές περιπτώσεις που προβλέπεται αυξημένη πλειοψηφία. Σε ισοψηφία, όταν η ψηφοφορία είναι φανερή, υπερισχύει η ψήφος του Προέδρου.
7. Για τις συζητήσεις που γίνονται και τις αποφάσεις που λαμβάνονται στο Δ.Σ., τηρούνται από τον γραμματέα του Δ.Σ., με τη μέριμνα του Διευθυντή του Ταμείου, συνοπτικά πρακτικά τα οποία, μετά την επικύρωσή τους από το Δ.Σ, υπογράφονται από τον Πρόεδρο, τα μέλη που ήσαν παρόντα στη συνεδρίαση, τον Διευθυντή του Ταμείου, τον Κυβερνητικό Επίτροπο και τον Γραμματέα του Δ.Σ.
8. Όταν πρόκειται να συζητηθεί από το Δ.Σ. θέμα που αφορά ιδιωτικά συμφέροντα ενός μέλους του, ή συγγενούς του μέλους μέχρι τετάρτου βαθμού, το μέλος αυτό οφείλει να αποχωρήσει από τη συζήτηση αφού κάνει σχετική δήλωση.
9. Οι αποφάσεις του Δ.Σ. εκτελούνται μετά την επικύρωση των πρακτικών, εκτός από επείγουσες περιπτώσεις που το Δ.Σ. αποφασίζει την άμεση εκτέλεσή τους.
10. Μετά την επικύρωση των πρακτικών, ο Διευθυντής του Ταμείου ανακοινώνει στο Δ.Σ. τις ενέργειές του αναφορικά με τις προηγούμενες αποφάσεις του Δ.Σ. καθώς και κάθε άξιο λόγου έγγραφο που έλαβε το Ταμείο στο διάστημα που μεσολάβησε από την προηγούμενη συνεδρίαση.
11. Στην πρώτη συνεδρίαση κάθε μήνα ο Διευθυντής του Ταμείου ανακοινώνει στο Δ.Σ. την οικονομική κατάσταση του Ταμείου καθώς και τα έσοδα και έξοδα που πραγματοποιήθηκαν τον προηγούμενο μήνα.
12. Στον Πρόεδρο του Δ.Σ., τα μέλη, τον Διευθυντή, τον Κυβερνητικό Επίτροπο και τον Γραμματέα του Δ.Σ. παρέχεται αποζημίωση σύμφωνα με όσα ορίζονται εκάστοτε από τις ισχύουσες διατάξεις.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ

Πόροι του Ταμείου. Κλάδος Σύνταξης.

ΑΡΘΡΟ 9
Πόροι του Ταμείου

1. Οι πόροι του Ταμείου είναι:

α. οι εισφορές των ασφαλισμένων,
β. εισφορά 15,00 ευρώ που καταβάλλεται εφάπαξ από τους ασφαλισμένους κατά την υπαγωγή τους στην ασφάλιση του Ταμείου, δυνάμενη να αυξομειώνεται με απόφαση του Δ.Σ.,
γ. οι τόκοι των κεφαλαίων, τα έσοδα από δωρεές, κληρονομιές και κληροδοσίες και κάθε έσοδο από την περιουσία του Ταμείου,
δ. κάθε ποσό που περιέχεται στο Ταμείο από νόμιμη αιτία.

2. Η εισφορά του ασφαλισμένου συνίσταται σε ποσοστό 4,950 τοις χιλίοις επί των ανά λίτρο προ Φ.Π.Α. τιμών των βενζινών, των πετρελαίων (εκτός πετρελαίου θέρμανσης και φωτιστικού) και του υγραερίου, τις οποίες τιμές καταβάλλει ο πρατηριούχος στον εν γένει έμπορο βενζίνης, πετρελαίου και υγραερίου για την αγορά των προϊόντων αυτών.
3. Οι ασφαλισμένοι από 1.1.1993 και εφεξής καταβάλλουν εισφορά ίση με ποσοστό 6% επί της ασφαλιστικής κατηγορίας του άρθρου 22 του Ν. 2084/1992.

Στο τέλος κάθε έτους γίνεται συμψηφισμός με την προβλεπόμενη στην παρ. 2 εισφορά ασφαλισμένου. Εάν το ποσό της καταβαλλόμενης εισφοράς υπολείπεται της προβλεπόμενης, ο ασφαλισμένος υποχρεούται να καταβάλλει το υπόλοιπο ποσό. Σε περίπτωση που έχουν καταβληθεί μεγαλύτερα ποσά από αυτά που ορίζονται με βάση την ανώτερη ασφαλιστική κατηγορία, τα επιπλέον ποσά κατατίθενται σε ειδικό λογαρισμό υπερ του ασφαλισμένου.

4. Στον κλάδο Κοινής Διανομής περιέρχεται ποσοστό 10% εκ των εσόδων του Ταμείου από τις εισφορές των ασφαλισμένων μετόχων. Το σύνολο των λοιπών εν γένει εσόδων του Ταμείου περιέρχεται στον κλάδο Επικουρικής Ασφάλισης.
5. Τα εν γένει λειτουργικά έξοδα του Ταμείου βαρύνουν τον Κλάδο Επικουρικής Ασφάλισης.

ΑΡΘΡΟ 10
Είσπραξη και απόδοση των εισφορών.

1. Οι εν γένει έμποροι καυσίμων υποχρεούνται, σε κάθε πώληση των προϊόντων τους στους πρατηριούχους, να εισπράττουν από αυτούς την υπέρ του Ταμείου εισφορά επί της ανά λίτρο βενζίνης, πετρελαίου (εκτός πετρελαίου θέρμανσης και φωτιστικού) και υγραερίου τιμής και να αποδίδουν το ποσό που εισπράχθηκε στο Ταμείο, μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από τον οποίο πραγματοποιήθηκε η πώληση των πιο πάνω προϊόντων.
2. Οι εν γένει έμποροι καυσίμων υποχρεούνται να μην πωλούν τα προϊόντα τους στους πρατηριούχους, αν οι τελευταίοι αρνούνται να καταβάλλουν τις αναλογούσες υπέρ του Ταμείου εισφορές. Διαφορετικά, καθίστανται εις ολόκληρον συνυπεύθυνοι με τον πρατηριούχο έναντι του Ταμείου για την καταβολή των οφειλομένων εισφορών.
3. Οι εν γένει έμποροι καυσίμων υποχρεούνται να υποβάλλουν στο Ταμείο, μέχρι την τελευταία ημέρα κάθε μήνα, κατάσταση στην οποία καταχωρούνται επακριβώς:

α. οι ποσότητες βενζίνης, πετρελαίου (εκτός πετρελαίου θέρμανσης και φωτιστικού) και υγραερίου που πωλήθηκαν τον προηγούμενο μήνα καθώς και οι τιμές πώλησης,
β. το ονοματεπώνυμο ή η επωνυμία, η διεύθυνση και ο Α.Φ.Μ. των αγοραστών πρατηριούχων καθώς και το ύψος των εισφορών που αναλογούν και έχουν εισπραχθεί και
γ. οι περιπτώσεις τυχόν γενόμενων πωλήσεων για τις οποίες δεν εισπράχθηκαν οι αναλογούσες υπέρ του Ταμείου εισφορές.

4. Το Ταμείο έχει δικαίωμα με εντεταλμένα προς τούτο όργανά του να διενεργεί ελέγχους στα βιβλία και στοιχεία που τηρούν οι εν γένει έμποροι καυσίμων καθώς και οι πρατηριούχοι, με σκοπό την εξακρίβωση του ύψους των ποσοτήτων βενζίνης, πετρελαίου και υγραερίου που πωλήθηκαν και την διαπίστωση αν έχουν εισπραχθεί οι αναλογούσες στις πραγματικές πωλήσεις των προϊόντων αυτών εισφορές.
5. Οι εισφορές που δεν καταβάλλονται μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από τις διατάξεις της παρ. 1 του παρόντος άρθρου θεωρούνται καθυστερημένες και εισπράττονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.Δ. 356/1974 Περί κώδικος Εισπράξεων Δημοσίων Εσόδων (ΚΕΔΕ). Τίτλο βεβαίωσης και είσπραξης των ανωτέρω εισφορών αποτελεί η απόφαση του Δ.Σ. του Ταμείου ή οι καταστάσεις οφειλετών οι οποίες συντάσσονται κατά τις διατάξεις του α΄ και γ΄εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 72 του Ν. 2084/1992 και της Β/7/722/6.4.94 απόφασης του Υπουργού Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όπως αυτές ισχύουν κάθε φορά.
6. Οι εισφορές που δεν καταβάλλονται ή δεν αποδίδονται στο Ταμείο, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται στην παρ. 1 του άρθρου αυτού, επιβαρύνονται με πρόσθετα τέλη σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία.
7. Για όσους καθυστερούν την καταβολή ή την απόδοση στο Ταμείο των εισφορών, εφαρμόζονται οι διατάξεις του αρθρ.1 του Α.Ν. 86/1967, όπως συμπληρώθηκε με το αρθρ. 31 του Ν.Δ. 1160/1972 και τροποποιήθηκε με το άρθρο 21 παρ. 11 του Ν. 1902/1990, όπως ισχύει κάθε φορά.
8. Το δικαίωμα του Ταμείου προς είσπραξη εισφορών παραγράφεται μετά την παρέλευση 20ετίας από τη λήξη του οικονομικού έτους κατά το οποίο αυτές κατέστησαν απαιτητές. Σε περίπτωση έκδοσης Π.Ε.Ε.Π.Τ. ή ρύθμισης των οφειλών σε δόσεις ή υποβολής μήνυσης από το Ταμείο ή σε κάθε άλλη περίπτωση προβλεπόμενη από τον Κ.Ε.Δ.Ε., η παραγραφή διακόπτεται και αρχίζει νέα 20ετής.
9. Το δικαίωμα για την επιστροφή των εισφορών που έχουν αχρεωστήτως εισπραχθεί από το Ταμείο, παραγράφεται μετά από πέντε έτη από τη λήξη του οικονομικού έτους που εισπράχθηκαν. Εισφορές που δεν έχουν παραγραφεί, επιστρέφονται ύστερα από αίτηση του ενδιαφερομένου έντοκα με επιτόκιο 5% από την ημέρα υποβολής της αίτησης για την επιστροφή τους.
10. Με τον όρο «εν γένει έμπορος καυσίμων», νοείται εκείνος ο οποίος πωλεί καύσιμα στα πρατήρια υγρών καυσίμων, ή υγραερίου, ή σταθμούς αυτοκινήτων, εκδίδοντας δικό του τιμολόγιο.
11. Σε περίπτωση κατά την οποία τα πρατήρια υγρών καυσίμων ή υγραερίου και οι σταθμοί αυτοκινήτων, προμηθεύονται κατά τους όρους της παρ. 10 του άρθρ. 7 του Ν. 3054/02 απ’ ευθείας καύσιμα από τα διυλιστήρια, η διοίκηση των τελευταίων έχει όλες τις υποχρεώσεις είσπραξης και απόδοσης των εισφορών στο Ταμείο που έχει ο εν γένει έμπορος καυσίμων, όπως αυτές ορίζονται στο παρόν άρθρο του Καταστατικού.

Παράλληλα, οι εκπροσωπούντες τον Συνεταιρισμό και την Κοινοπραξία, οφείλουν μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από την προμήθεια των καυσίμων να υποβάλλουν στο Ταμείο κατάσταση στην οποία να εμφαίνεται η κατανομή των καυσίμων στα πρατήρια που συγκροτούν τον Συνεταιρισμό ή την Κοινοπραξία.

Σε περίπτωση κατά την οποία ο Συνεταιρισμός ή Κοινοπραξία προμηθευτεί καύσιμα από εισαγωγή, οι εκπροσωπούντες τον Συνεταιρισμό ή την Κοινοπραξία οφείλουν να εισπράξουν από τους πρατηριούχους που εκπροσωπούν τις αναλογούσες ανά πρατήριο εισφορές, τις οποίες πρέπει να αποδώσουν στο Ταμείο βάσει σχετικής κατάστασης μέχρι το τέλος του επόμενου από την εισαγωγή μήνα.

ΑΡΘΡΟ 11
Χρόνος ασφάλισης

1. Ως χρόνος ασφάλισης, βάσει του οποίου θεμελιώνεται το συνταξιοδοτικό δικαίωμα των ασφαλισμένων του Ταμείου, αναγνωρίζεται το χρονικό διάστημα από την κατά τις ισχύουσες διατάξεις υπαγωγή στην ασφάλιση του Ταμείου μέχρι την έξοδο από αυτή.
2. Πέραν αυτού του χρόνου ο ασφαλισμένος μπορεί να αναγνωρίσει και συνυπολογίσει ως χρόνο ασφάλισης τους αναφερόμενους στα αρθρα 40 και 47 παρ. 12 του Ν. 2084/92 όπως ισχύουν κάθε φορά, χρόνους.
3. Ειδικά οι ασφαλισμένοι από 1.1.1993 και μετά, δύνανται να αναγνωρίσουν και συνυπολογίσουν ως χρόνο ασφάλισης για τη θεμελίωση σύνταξης γήρατος τον χρόνο συνταξιοδότησης λόγω αναπηρίας.
4. Για την αναγνώριση ως χρόνου ασφάλισης του χρόνου που ορίζεται από τις διατάξεις του άρθρου αυτού, πρέπει ο ασφαλισμένος να υποβάλει σχετική αίτηση στο Ταμείο με όλα τα απαιτούμενα δικαιολογητικά. Η αναγνώριση και η προσμέτρηση του χρόνου αυτού γίνεται με απόφαση του Δ.Σ. του Ταμείου. Τα απαιτούμενα για την αναγνώριση δικαιολογητικά, η διαδικασία ελέγχου αυτών, καθώς και κάθε σχετικό θέμα, καθορίζονται, εφόσον δεν υπάρχει γενική ή ειδική διάταξη, με απόφαση του Δ.Σ. του Ταμείου. Το Δ.Σ. του Ταμείου οφείλει μέσα σε διάστημα δύο μηνών από την υποβολή της αίτησης, που συνοδεύεται με πλήρη δικαιολογητικά, να εκδώσει την απόφασή του και να την κοινοποιήσει στον ενδιαφερόμενο.

ΑΡΘΡΟ 12
Παλαιοί, νέοι ασφαλισμένοι.

Για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Καταστατικού ως παλαιοί ασφαλισμένοι θεωρούνται εκείνοι οι οποίοι ασφαλίστηκαν σε φορέα κύριας ασφάλισης μέχρι τις 31.12.92, ως νέοι δε ασφαλισμένοι οι ασφαλισθέντες για πρώτη φορά σε φορέα κύριας ασφάλισης μετά την 1.1.1993.

ΑΡΘΡΟ 13
Δικαίωμα Συνταξιοδότησης

1. Χρόνος επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου για τις περιπτώσεις συντάξεως γήρατος, αναπηρίας και θανάτου, είναι ο χρόνος κατά τον οποίο πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για την απόκτηση δικαιώματος συντάξεως του παρόντος. 
2. Ο ασφαλισμένος του Ταμείου αποκτά δικαίωμα συνταξιοδότησης λόγω γήρατος ή αναπηρίας από τον κλάδο Επικουρικής Ασφάλισης του Ταμείου εφόσον:

α. για οποιαδήποτε αιτία διακόπτει αποδεδειγμένα την ασφαλιστέα στο Ταμείο εργασία,
β. έχει συμπληρώσει τον προβλεπόμενο χρόνο ασφαλιστέας στο Ταμείο εργασίας και
γ. έχει απονεμηθεί σ’ αυτόν σύνταξη από το φορέα κύριας ασφάλισης στον οποίο υπάγεται, συντρέχει δε επιπλέον και μια από τις περιπτώσεις:

ι. συμπλήρωση του προβλεπόμενου ορίου ηλικίας για συνταξιοδότηση,
ιι. διαρκούσης της ασφάλισης επέλευση αναπηρίας λόγω σωματικής ή πνευματικής ανικανότητας ή βίαιου συμβάντος με αποτέλεσμα να διακοπεί εξ αυτής της αιτίας η συνέχιση της ασφαλιστέας στο Ταμείο εργασίας.

ΑΡΘΡΟ 14
Προϋποθέσεις συνταξιοδότησης παλαιών ασφαλισμένων.

Προϋπόθεση συνταξιοδότησης από το Ταμείο λόγω γήρατος είναι αφενός η συμπλήρωση, από τους δικαιούχους της παρ. 2 του άρθρου 13, χρόνου τουλάχιστον δεκαπέντε ετών ασφαλιστέας εργασίας και αφετέρου η συμπλήρωση της απαιτούμενης από το φορέα κύριας ασφάλισης ηλικίας για τη συνταξιοδότηση λόγω γήρατος, ή απονομή απ’ αυτόν σύνταξης στον ασφαλισμένο λόγω ασφαλιστέας εργασίας 35 ετών.

Ο παλαιός ασφαλισμένος συνταξιοδοτείται λόγω αναπηρίας από το Ταμείο μέ τις αυτές προϋποθέσεις με τις οποίες συνταξιοδοτείται από το φορέα κύριας ασφάλισης.

ΑΡΘΡΟ 15
Προϋποθέσεις συνταξιοδότησης λόγω γήρατος ή αναπηρίας νέων ασφαλισμένων.

1. Οι προϋποθέσεις συνταξιοδότησης λόγω γήρατος του νέου ασφαλισμένου είναι εκείνες του φορέα κύριας ασφάλισης όπως ορίζονται στο άρθρο 24 του Ν. 2084/92 όπως τροποποιημένο ισχύει και έχουν ως εξής:

α. Συμπλήρωση ηλικίας 65 ετών και χρόνος ασφάλισης 15 ετών.
β. Αν οι ασφαλισμένοι συμπλήρωσαν χρόνο ασφάλισης 15 ετών, από τα οποία 2,5 έτη την τελευταία πριν απ’ την αίτηση πενταετία, δικαιούνται σύνταξη γήρατος μειωμένη κατά το 1/200 της πλήρους μηνιαίας σύνταξης για κάθε μήνα που λείπει από το όριο ηλικίας των 65 ετών, και μέχρι εξήντα μήνες κατά περίπτωση.
γ. Μητέρα με ανήλικα ή ανίκανα για κάθε εργασία παιδιά που έχει χρόνο ασφάλισης 20 ετών, δικαιούται σύνταξης με τη συμπλήρωση του 55ου έτους ηλικίας της και, με τη μείωση του αμέσως ανωτέρω εδαφίου, μόλις συμπληρώσει το 50ο έτος.
δ. Για τη μητέρα που έχει τρία τουλάχιστον παιδιά και χρόνο ασφάλισης 20 ετών, μειώνεται το όριο ηλικίας των 65 ετών ανά τρία έτη για κάθε παιδί και μέχρι τη συμπλήρωση του 50ού έτους.

2. Ως προϋπόθεση συνταξιοδότησης λόγω αναπηρίας του νέου ασφαλισμένου, σύμφωνα με αρθρο 25 του Ν. 2084/92 όπως τροποποιημένο ισχύει, ορίζεται:

α. η πραγματοποίηση χρόνου εργασίας ενός έτους για τους μη συμπληρώσαντες το εικοστό πρώτο έτος της ηλικίας τους, αυξανομένου του έτους προοδευτικά σε πέντε έτη με τη προσθήκη πέντε μηνών εργασίας κατά μέσο όρο για κάθε έτος ηλικίας πέραν του 21ου,
β. η πραγματοποίηση πέντε ετών εργασίας, από τα οποία τα δύο έτη, εντός της πρό της αναπηρίας του πενταετίας,
γ. η πραγματοποίηση 15 ετών εργασίας οποτεδήποτε.

2.1. Οι ασφαλισμένοι του Ταμείου δικαιούνται σύνταξη αναπηρίας, και τα μέλη της οικογενείας τους σύνταξη θανάτου, σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος ή ατυχήματος εκτός εργασίας, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 26 του Ν. 2084/92 όπως ισχύει κάθε φορά.
2.2. Η σωματική ή πνευματική σύμφωνα με το νόμο ανικανότητα, η οποία παρέχει δικαίωμα συνταξιοδότησης από το Ταμείο λόγω αναπηρίας, διαπιστούται με την απόφαση συνταξιοδότησης του αναπήρου, για ορισμένο χρόνο ή οριστικά, από το φορέα κύριας ασφάλισης, βάσει των γνωματεύσεων των προβλεπομένων αρμοδίων υγειονομικών επιτροπών.

ΑΡΘΡΟ 16
Σύνταξη λόγω θανάτου.

1. Σε περίπτωση θανάτου συνταξιούχου ή ασφαλισμένου ο οποίος έχει πραγματοποιήσει τον συντάξιμο χρόνο που ορίζεται στα άρθρα 25 και 26 του Ν. 2084/92 για τη συνταξιοδότηση λόγω αναπηρίας, έχουν δικαίωμα συνταξιοδότησης ο επιζών σύζυγος, κατά τα οριζόμενα στην επόμενη παράγραφο, και τα προστατευόμενα παιδιά εφόσον είναι νόμιμα ή νομιμοποιηθέντα ή υιοθετηθέντα και προκειμένου για γυναίκα ασφαλισμένη και τα φυσικά παιδιά της. Τα προστατευόμενα παιδιά έχουν δικαίωμα συνταξιοδότησης εφόσον συντρέχει μια από τις προϋποθέσεις: α) είναι άγαμα και δεν έχουν συμπληρώσει το 18ον έτος της ηλικίας τους (παρατεινόμενου μέχρι του 24ου εφόσον σπουδάζουν σε ανώτερες ή ανώτατες σχολές), ή β) είναι, κατά τον χρόνο θανάτου του ασφαλισμένου ή του συνταξιούχου, ανίκανα για κάθε εργασία, εφόσον η ανικανότητα επήλθε πριν από τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας τους ή κατά τη διάρκεια των σπουδών, περί των οποίων το προηγούμενο εδάφιο.
2. Συνταξιοδότηση επιζώντος συζύγου.

α. Σε περίπτωση θανάτου συνταξιούχου, ή ασφαλισμένου ο οποίος είχε πραγματοποιήσει το χρόνο ασφάλισης που προβλέπεται για τη συνταξιοδότηση λόγω θανάτου από τις ισχύουσες γενικές ή καταστατικές διατάξεις του Ταμείου, ο επιζών σύζυγος, ανεξαρτήτως ηλικίας, δικαιούται σύνταξης για μια τριετία από την πρώτη ημέρα του επόμενου από τον θάνατο μήνα, κατά τα οριζόμενα στο αρθρ. 62 του Ν. 2676/99 όπως ισχύει κάθε φορά.
β. Το ποσό της σύνταξης που δικαιούται ο επιζών σύζυγος ανέρχεται στα 6/10 του ποσού της σύνταξης που είχε δικαίωμα να λάβει ή ελάμβανε ο αποβιώσας σύζυγος. Εφόσον υπάρχουν και παιδιά δικαιούμενα σύνταξης αυτή επιμερίζεται κατά ½ στον επιζώντα σύζυγο και ½ στα παιδιά κατά ίσες μερίδες μεταξύ τους.
γ. Εάν, κατά την ημερομηνία του θανάτου, ο επιζών των συζύγων έχει συμπληρώσει το τεσσαρακοστό έτος της ηλικίας του και δεν εργάζεται ή δεν απασχολείται ή δεν λαμβάνει σύνταξη από οποιοδήποτε ασφαλιστικό οργανισμό ή το Δημόσιο, η σύνταξη καταβάλλεται σ’ αυτόν και μετά τη λήξη της τριετίας. Σε περίπτωση που εργάζεται ή απασχολείται ή λαμβάνει σύνταξη από οποιονδήποτε ασφαλιστικό οργανισμό ή το Δημόσιο, η σύνταξη περιορίζεται στο 50%.
δ. Εάν ο επιζών των συζύγων, κατά την ημερομηνία του θανάτου, είναι ανάπηρος σωματικά ή πνευματικά σε ποσοστό τουλάχιστον 67%, λαμβάνει ολόκληρη τη σύνταξη για όσο χρόνο διαρκεί η αναπηρία, ανεξαρτήτως άλλων προϋποθέσεων.
ε. Η σύνταξη που διακόπηκε ή καταβάλλεται μειωμένη, επαναχορηγείται ολόκληρη μετά τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του επιζώντος των συζύγων, με την προϋπόθεση ότι αυτός δεν εργάζεται ή δεν απασχολείται ή δεν λαμβάνει σύνταξη, άλλως, εφόσον συντρέχει μια από τις προϋποθέσεις αυτές, λαμβάνει το 70% της σύνταξης.
στ. Σε περίπτωση που ο επιζών των συζύγων είναι συνταξιούχος από ίδιο δικαίωμα, οι περιορισμοί του ποσού της σύνταξης γίνονται στη σύνταξη επιλογής του.
ζ. Ο επιζών των συζύγων δεν δικαιούται σύνταξης εάν ο θάνατος του ασφαλισμένου συζύγου επήλθε εντός έτους από την τέλεση του γάμου, εκτός αν ο θάνατος οφείλεται σε ατύχημα, ή κατά τη διάρκεια του γάμου γεννήθηκε ή νομιμοποιήθηκε παιδί, ή εγκυμονεί η χήρα κατά τον χρόνο του θανάτου. Επίσης, ο επιζών των συζύγων δεν δικαιούται σύνταξης, αν ο θανών ελάμβανε κατά την τέλεση του γάμου σύνταξη αναπηρίας ή γήρατος, ο δε θάνατος επήλθε εντός διαστήματος δυο ετών από την τέλεση του γάμου, εκτός αν συντρέχει μια από τις αμέσως ανωτέρω περιπτώσεις εξαιρέσεων.
η. Το δικαίωμα σύνταξης, λόγω θανάτου, του επιζώντος συζύγου και των παιδιών καταργείται με τον θάνατο του δικαιούχου, με την τέλεση γάμου κατά το ημεδαπό ή αλλοδαπό δίκαιο, με τη συμπλήρωση των οριζομένων ορίων ηλικίας και αφότου έπαυσε η ανωτέρω ανικανότητα για εργασία.

3. Κανένα από τα πρόσωπα του παρόντος άρθρου δε δικαιούται σύνταξη ως δικαιούχος ασφαλισμένου, εφόσον, κατά το χρόνο επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης είναι ασφαλισμένος του Ταμείου.
4. Σε καμιά περίπτωση το σύνολο των συντάξεων των δικαιούχων του παρόντος άρθρου δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό της σύνταξης την οποία εδικαιούτο να λαμβάνει ο ασφαλισμένος ή ελάμβανε ο συνταξιούχος.

ΑΡΘΡΟ 17
Ασυμβίβαστο ιδιότητας ασφαλισμένου και συνταξιούχου.

Η ιδιότητα του ασφαλισμένου στο Ταμείο είναι ασυμβίβαστη με την ιδιότητα του συνταξιούχου του Ταμείου και δεν παρέχει δικαίωμα για συνταξιοδότηση. Εάν καθ’ οιονδήποτε τρόπο μετά την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης αποκτηθεί η ιδιότητα του ασφαλισμένου, το γεγονός αυτό συνεπάγεται αυτοδικαία την απώλεια του δικαιώματος για συνταξιοδότηση καθώς και την οριστική διακοπή της τυχόν απονεμηθείσας εν τω μεταξύ σύνταξης.

ΑΡΘΡΟ 18
Ασφαλισμένος πρατηριούχος περισσότερων πρατηρίων.

Ο υπαχθείς στην ασφάλιση του Ταμείου είτε ως αδειούχος περισσότερων από ένα πρατηρίων, είτε ως νόμιμος εκπρόσωπος εταιρειών αδειούχων περισσότερων από ένα πρατηρίων, δικαιούται, όταν επέλθει η ασφαλιστική Περίπτωση, μια μόνο ακέραιη σύνταξη.

ΑΡΘΡΟ 19
Κοινωνοί δικαιώματος συνταξιοδότησης.

1. Ασφαλισμένοι του Ταμείου περισσότεροι από ένας, οι οποίοι έχουν σε λειτουργία πρατήριο υγρών καυσίμων ή υγραερίου ή σταθμό αυτοκινήτων δυνάμει της κατά νόμο επ’ ονόματί τους αδείας λειτουργίας, δικαιούνται όλοι από κοινού μια σύνταξη, η οποία κατανέμεται μεταξύ τους κατά κεφαλές, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε αντίθετη προς την παρούσα διάταξη μεταξύ τους συμφωνία. Εάν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση στο πρόσωπο ενός από τους ανωτέρω κοινωνούς του αυτού δικαιώματος, το δικαίωμα αυτού να συνταξιοδοτηθεί γεννάται κατά την παραπάνω αναλογία (κεφαλική μερίδα) υπό τους όρους και προϋποθέσεις του αρθρου 14 του παρόντος. Το αυτό θα συμβεί και για κάθε ένα από τους λοιπούς κοινωνούς μόλις επέλθει και γι’ αυτούς η ασφαλιστική περίπτωση. Εν προκειμένω το ποσόν της σύνταξης που δικαιούται έκαστος των κοινωνών ορίζεται για κάθε περίπτωση στο πηλίκο της διαίρεσης του ποσού της κατά το αρθρο 22 του παρόντος σύνταξης δια του αριθμού των κοινωνών κατά το χρόνο εξόδου από την ασφάλιση του Ταμείου.
2. Τα ανωτέρω ισχύουν και όταν η άδεια λειτουργίας του πρατηρίου υγρών καυσίμων ή υγραερίου ή σταθμού αυτοκινήτων έχει νομίμως εκδοθεί επ’ ονόματι νομικού προσώπου (εταιρείας), οι δε νόμιμοι εκπρόσωποι αυτού και ασφαλισμένοι στο Ταμείο, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 3 του παρόντος, είναι περισσότεροι από ένας. Όλοι δικαιούνται από κοινού μια σύνταξη η οποία κατανέμεται μεταξύ τους κατά κεφαλές.
3. Οι ως άνω κοινωνοί των παρ. 1 και 2 του παρόντος άρθρου, δικαιούνται μια ακέραιη σύνταξη ο καθένας, εφόσον οι ετήσιες εισφορές που καταβάλλει στο Ταμείο το πρατήριό τους, ή ο σταθμός αυτοκινήτων, είναι, με βάση τον αριθμό των κοινωνών, αναλογικά πολλαπλάσιες της μέσης ετήσιας εισφοράς. Ως μέση ετήσια εισφορά ορίζεται το ποσό που προκύπτει από τη διαίρεση των ετήσιων πόρων του Κλάδου Επικουρικής Ασφάλισης του Ταμείου με τον αριθμό των ασφαλισμένων του Ταμείου στις 31 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους.
4. Οι ασφαλισμένοι των ανωτέρω 1, 2 και 3 παραγράφων έχουν κάθε έτος δικαίωμα, σε περίπτωση κατά την οποία οι αναλογούσες στο πρόσωπό τους εισφορές δεν καλύπτουν τη μέση ετήσια εισφορά, να καταβάλουν μετρητοίς στο Ταμείο την μέχρι τη συμπλήρωση της μέσης ετήσιας χρηματική διαφορά. Το δικαίωμά τους αυτό μπορούν να το ασκήσουν εντός του πρώτου εξαμήνου του επομένου, από τη λήξη της χρήσης που αφορά, έτους.
5. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου αφορούν τους παλαιούς ασφαλισμένους του Ταμείου.

ΑΡΘΡΟ 20
Επιστροφή εισφορών

Δεν επιτρέπεται επιστροφή καταβληθεισών εισφορών σε ασφαλισμένο ή δικαιούχο αυτού σε καμμία περίπτωση.

ΑΡΘΡΟ 21
Προαιρετική ασφάλιση.

1. Οι εξερχόμενοι της ασφάλισης και μη δικαιούμενοι σύνταξης, δύνανται, εφόσον έχουν συμπληρώσει δεκαετή ασφάλιση στο ταμείο ή σε οποιοδήποτε φορέα επικουρικής ασφάλισης και πενταετή πραγματική ασφάλιση στον Κλάδο Επικουρικής Ασφάλισης και δεν υπάγονται στην ασφάλιση άλλου επικουρικού φορέα, να συνεχίσουν προαιρετικά την ασφάλισή τους στον Κλάδο, μέχρι να θεμελιώσουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα, καταβάλλοντας κάθε μήνα εισφορά ίση με το 50% της μέσης μηνιαίας εισφοράς. Ως μέση μηνιαία εισφορά του Κλάδου θεωρείται το πηλίκο της διαίρεσης των μηνιαίων εσόδων του Κλάδου δια του αριθμού των ασφαλισμένων σ’ αυτόν. Οι διατάξεις της παρούσης παραγράφου αφορούν τους παλαιούς ασφαλισμένους του Ταμείου και με την προυπόθεση ότι δεν ασφαλίζονται σε άλλο φορέα επικουρικής ασφάλισης.
2. Οι ασφαλισμένοι μετά την 1.1.1993, εφόσον από οποιαδήποτε αιτία διακόπηκε η υποχρεωτική ασφάλισή τους, έχουν δικαίωμα να ζητήσουν με αίτησή τους, εντός έτους από της διακοπής, τη συνέχιση της ασφάλισης, κατά τις διατάξεις του άρθρου 42 του Ν. 2084/92 όπως κάθε φορά ισχύουν, εάν

α. έχουν πραγματοποιήσει τουλάχιστον 1500 ημέρες ασφαλιστέας εργασίας, από τις οποίες οι 300 εντός της τελευταίας πριν από την υποβολή της αίτησης πενταετίας, και
β. δεν υπάγονται στην ασφάλιση άλλου φορέα πρόσθετης ασφάλισης.

ΑΡΘΡΟ 22
Υπολογισμός ποσού σύνταξης των παλαιών ασφαλισμένων.

α. Το ύψος της μηνιαίας σύνταξης των ασφαλισμένων του κλάδου επικουρικής ασφάλισης του Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης και Κοινής Διανομής Πρατηριούχων Υγρών Καυσίμων μέχρι 31.12.1992, λόγω γήρατος, αναπηρίας και σε περίπτωση θανάτου αυτών, των μελών της οικογένειάς τους, προκύπτει από το γινόμενο του συντελεστή 10180 επί τον αριθμό των συντάξιμων ακεραίων ετών και προσαυξάνεται με τις αυξήσεις που χορηγούνται από 1.1.2002 και εφεξής στους συνταξιούχους του Ταμείου.
β. Για τον υπολογισμό του συνολικού συντάξιμου χρόνου, κλάσμα έτους μεγαλύτερο των έξι μηνών θεωρείται ως ολόκληρο έτος, ενώ δεν λαμβάνεται υπόψη κλάσμα έτους μικρότερο των έξι μηνών.
γ. Οι μέχρι την ισχύ της Φ.210/477/21.5.2002 (Β΄ 669) Υπουργικής Απόφασης απονεμηθείσες συντάξεις συνεχίζουν να καταβάλλονται.
δ. Το ποσό της μηνιαίας σύνταξης λόγω αναπηρίας δεν δύναται να είναι κατώτερο της σύνταξης την οποία θα εδικαιούτο εξερχόμενος ασφαλισμένος λόγω γήρατος με δεκαπενταετή ασφάλιση.
ε. Οι συντάξεις αυξάνονται εφεξής σύμφωνα με τις διατάξεις του δεύτερου εδαφίου του άρθρου 66 του Ν. 2084/1992 (Α΄ 165).

ΑΡΘΡΟ 23
Υπολογισμός ποσού σύνταξης των νέων ασφαλισμένων

1. Το ποσό της πλήρους μηνιαίας σύνταξης λόγω γήρατος και αναπηρίας, που χορηγείται στους ασφαλισμένους από 1.1.1993 και εφεξής, για χρόνο ασφάλισης 35 ετών ή 10.500 ημερών, ορίζεται σε ποσοστό 20% στο κατά το άρθρο 28 του Ν. 2084/1992 ασφαλιστικών κατηγοριών.
2. Για χρόνο ασφάλισης μικρότερο ή μεγαλύτερο των 35 ετών ή 10.500 ημερών εργασίας, το ανωτέρω ποσοστό μειώνεται ή αυξάνεται κατά 1/35 για κάθε επί έλαττον ή επί πλέον έτος εργασίας.
3. Τα ποσά των ατομικών ειδικών λογαριασμών που προκύπτουν από καταβληθείσες εισφορές πέραν της ανώτερης ασφαλιστικής κατηγορίας, χορηγούνται για προσαύξηση της παραπάνω μηνιαίας σύνταξης. Με Υπουργική Απόφαση, μετά από γνώμη του Δ.Σ. του ταμείου θα καθορισθεί το ύψος και ο τρόπος καταβολής των προσαυξήσεων.
4. Το ποσό της κατά τα ανωτέρω χορηγούμενης σύνταξης λόγω αναπηρίας δεν μπορεί να είναι κατώτερο της σύνταξης που αντιστοιχεί σε χρόνο ασφάλισης 15 ετών. Επί αναπηρίας η οποία οφείλεται σε εργατικό ατύχημα ή επαγγελματική νόσο, το ποσό της χορηγούμενης σύνταξης δεν μπορεί να είναι κατωτέρω της σύνταξης που αντιστοιχεί σε χρόνο ασφάλισης 20 ετών. Το κατώτερο όριο συντάξεων μειώνεται σε κάθε περίπτωση που ο συνταξιούχος λαμβάνει σύνταξη μειωμένη.
5. Σε περίπτωση θανάτου ασφαλισμένου ή συνταξιούχου εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 31 του Ν. 2084/1992 όπως εκάστοτε ισχύει. Το συνολικό ποσό της σύνταξης του επιζώντος συζύγου και των τέκνων δεν μπορεί να είναι κατώτερο του 80% του κατά τις προηγούμενες παραγράφους οριζόμενου ποσού σύνταξης.
6. Εάν περισσότεροι από ένας έχουν ασφαλισθεί στο Ταμείο δυνάμει μιας άδειας λειτουργίας πρατηρίου, δικαιούνται από κοινού μια σύνταξη γήρατος ή αναπηρίας η οποία υπολογίζεται σύμφωνα με τα παραπάνω.

ΑΡΘΡΟ 24
Χρηματικά επιδόματα

Στους συνταξιούχους του Ταμείου καταβάλλονται, πέραν της χορηγούμενης σ’ αυτούς μηνιαίας σύνταξης, χρηματικά επιδόματα που είναι ίσα με το ποσό μιας μηνιαίας σύνταξης ως δώρο Χριστουγέννων Νέου Έτους και ίσα με το ποσό μισής σύνταξης, ως δώρο Πάσχα και επίδομα θερινών διακοπών. Το ποσό του επιδόματος των θερινών διακοπών καταβάλλεται μαζί με το ποσό της σύνταξης του μηνός Ιουλίου κάθε έτους και μόνο στους δικαιούμενους σύνταξης κατά τον μήνα αυτό.

ΑΡΘΡΟ 25
Έκπτωση από το δικαίωμα στη σύνταξη

1. Εκπίπτει από το δικαίωμα προς απόληψη σύνταξης ο καθιστάμενος ανάπηρος από πρόθεση ή ο καταδικασθείς με αμετάκλητη δικαστική απόφαση για κακούργημα ή πλημμέλημα το οποίο συνεπάγεται τις από τα άρθρα 59, 60 και 61 του Ποινικού Κώδικα προβλεπόμενες παρεπόμενες ποινές. Εάν όμως υπάρχουν μέλη οικογένειας από τα αναφερόμενα στο άρθρο 16 του παρόντος, αυτά δικαιούνται τη σύνταξη την οποία θα ελάμβαναν σε περίπτωση θανάτου του ασφαλισμένου από τον οποίο έλκουν το δικαίωμα.
2. Εκπίπτουν από το δικαίωμα σε σύνταξη τα κατά το άρθρο 14 του παρόντος μέλη οικογένειας εάν καταδικάστηκαν με αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου για πράξη της οποίας συνέπεια υπήρξε ο θάνατος του ασφαλισμένου ή του συνταξιούχου, από τους οποίους έλκουν το δικαίωμα.

ΑΡΘΡΟ 26
Διαδικασία απονομής της σύνταξης

1. Οι συντάξεις απονέμονται από το Ταμείο κατόπιν αιτήσεως που υποβάλλει ο ενδιαφερόμενος ή ο νόμιμος αυτού πληρεξούσιος. Οι αποφάσεις περί απονομής σύνταξης εκδίδονται αιτιολογημένες και κοινοποιούνται στον ασφαλισμένο ή τον δικαιοδόχο αυτού. Κατά των αποφάσεων δύναται εντός 60 ημερών από της κοινοποίησης της απόφασης να υποβάλλονται ενστάσεις οι οποίες εξετάζονται από το Διοικητικό Συμβούλιο του Ταμείου.
2. Η αίτηση για απονομή σύνταξης συνοδεύεται από τα παρακάτω δικαιολογητικά πρόσφατης έκδοσης τα οποία θα πιστοποιούν το δικαίωμα για συνταξιοδότηση του ενδιαφερόμενου. Ως απολύτως απαραίτητα θεωρούνται:

α. επίσημο αντίγραφο της απόφασης του οργανισμού κύριας ασφάλισης περί συνταξιοδότησης του ενδιαφερόμενου.
β. βεβαίωση της οικείας Οικονομικής Υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ.), ότι ο ενδιαφερόμενος διέκοψε την ενάσκηση του επαγγέλματος του πρατηριούχου υγρών καυσίμων ή υγραερίου ή σταθμού αυτοκινήτων. 
γ. αντίγραφο αστυνομικής ταυτότητας. Δ) ληξιαρχική πράξη, κατά περίπτωση, γάμου, γεννήσεως τέκνων (εφόσον δεν προκύπτουν από την ταυτότητα) και θανάτου.

3. Ως ημερομηνία υποβολής της αίτησης του ενδιαφερομένου θεωρείται η ημερομηνία υποβολής του τελευταίου δικαιολογητικού.
4. Το Ταμείο οφείλει να εκδώσει την απόφασή του εντός δύο μηνών από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης (ή κατά περίπτωση του τελευταίου δικαιολογητικού).
5. Προτού εκδοθεί απορριπτική απόφαση σε αίτηση ενδιαφερόμενου για συνταξιοδότηση, οφείλει να καλέσει τον θιγόμενο ασφαλισμένο σε ακρόαση, κατά τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 46 του Ν. 2676/99

ΑΡΘΡΟ 27
Καταβολή της σύνταξης

1. Το δικαίωμα του ασφαλισμένου προς απόληψη σύνταξης γεννάται από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης για συνταξιοδότηση. Η σύνταξη καταβάλλεται στην αρχή κάθε μήνα.
2. Το δικαίωμα στη σύνταξη λήγει στο τέλος του μήνα που έλαβε χώρα ο θάνατος του δικαιούχου ή που εξέλιπαν κατά περίπτωση οι προϋποθέσεις συνταξιοδότησης.

ΑΡΘΡΟ 28
Παραγραφή

1. Το δικαίωμα για συνταξιοδότηση δεν παραγράφεται.
2. Το δικαίωμα για απαιτητές δόσεις σύνταξης που δεν έχουν εισπραχθεί παραγράφεται σε μία πενταετία, σύμφωνα με το άρθρο 250 περ. 17 του Αστικού Κώδικα, αφότου γεννήθηκε η αξίωση.
3. Σε κάθε περίπτωση για την οποία δεν γίνεται στο παρόν Καταστατικό ειδική μνεία παραγραφής, εφαρμόζονται οι οικείες διατάξεις περί παραγραφής και αποσβεστικής προθεσμίας του Αστικού Κώδικα (άρθρο 247 και επόμενα). 
4. Οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα περί αναστολής και διακοπής παραγραφής εφαρμόζονται αναλόγως.

ΑΡΘΡΟ 29
Εκχώρηση Κατάσχεση

1. Οι συντάξεις του Ταμείου δεν εκχωρούνται και δεν κατάσχονται.
2. Εξαιρετικά επιτρέπεται η κατάσχεση μέχρι το 1/4 της δόσης της σύνταξης, λόγω διατροφής συζύγου, κατιόντων ή ανιόντων, καθώς και ο συμψηφισμός μέχρι του αυτού ποσοστού του 1/4 για την εξόφληση αχρεωστήτως καταβληθέντων (άρθρο 904 Α.Κ και επόμενα.).

ΑΡΘΡΟ 30
Γνωστοποίηση μεταβολών

1. Κάθε συνταξιούχος υποχρεούται να γνωστοποιεί στο Ταμείο, το αργότερο εντός τριμήνου, κάθε μεταβολή που επέρχεται στην προσωπική οικογενειακή του κατάσταση η οποία επιφέρει μείωση ή διακοπή της σύνταξης.
2. Η παράλειψη γνωστοποίησης της μεταβολής είναι δυνατόν να συνεπάγεται, με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου, τη στέρηση της σύνταξης για ένα μήνα. Τα αχρεωστήτως εισπραχθέντα σ’ αυτή την περίπτωση ποσά επιστρέφονται από τον υπόχρεο στο Ταμείο με τον ισχύοντα τόκο υπερημερίας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ

Κλάδος Κοινής Διανομής

ΑΡΘΡΟ 31
Διανομή μερίσματος

1. Τα έσοδα του Κλάδου Κοινής Διανομής διανέμονται άπαξ του έτους στους δικαιούχους του.

Η διανομή γίνεται εντός του πρώτου εξαμήνου του επόμενου έτους από τη συγκέντρωση των εσόδων. Για τον προσδιορισμό του ύψους του προς διανομή ισόποσου ετήσιου μερίσματος διαιρείται ο συνολικός πόρος του Κλάδου Κοινής Διανομής ολόκληρου του έτους δια του αριθμού των λειτουργούντων, με νόμιμη άδεια, πρατηρίων υγρών καυσίμων, ή σταθμού αυτοκινήτων με αντλίες καυσίμων. Εάν οι αναγραφόμενοι δικαιούχοι στην άδεια λειτουργίας είναι περισσότεροι από ένας το ποσό του ενός μερίσματος θα μοιράζεται μεταξύ τους. Το αυτό ισχύει σε κάθε περίπτωση περισσοτέρων του ενός ασφαλισμένων δυνάμει μια άδειας λειτουργίας. Εάν ο ασφαλισμένος του Ταμείου έχει σε λειτουργία, περισσότερα από ένα πρατήρια, με νόμιμη άδεια, δικαιούται τόσα μερίσματα όσα και οι άδειες.

Σε περίπτωση κατά την οποία ασφαλισμένος του Ταμείου υπήρξε αδειούχος νόμιμα λειτουργούντος πρατηρίου για χρονικό διάστημα μικρότερο του έτους, λαμβάνει το μέρισμα που αντιστοιχεί για τους μήνες λειτουργίας του πρατηρίου.

2. Με απόφαση του Δ.Σ. του Ταμείου δύναται, εκ των εσόδων του Κλάδου Κοινής Διανομής, να διατίθενται στις οικείες συνδικαλιστικές οργανώσεις συνδρομές μελών ασφαλισμένων του Ταμείου, σε χρέωση του καταβληθησομένου σ’ αυτούς μερίσματος.

ΑΡΘΡΟ 32
Μεταβατικές Διατάξεις

1. Για να αποκτήσει δικαίωμα συνταξιοδότησης πρατηριούχος των νέων περιοχών θα πρέπει να έχει χρόνο ασφάλισης στο Ταμείο τουλάχιστον πέντε ετών. Το διάστημα αυτό προσαυξάνει για κάθε χρόνο λειτουργίας του Ταμείου στις νέες περιοχές κατά ένα έτος μέχρι τη συμπλήρωση των δεκαπέντε ετών, ο οποίος είναι ο ελάχιστος χρόνος ασφαλιστέας εργασίας για όλους τους ασφαλισμένους του Ταμείου. Ο ασφαλισμένος των νέων περιοχών που έχει συμπληρώσει τον οριζόμενο πενταετή τουλάχιστον χρόνο ασφάλισης και έχει συνταξιοδοτηθεί από τον φορέα κύριας ασφάλισης, θα λάβει σύνταξη μόνον για το περιορισμένο αυτό διάστημα, υπολογιζόμενη κατά τις παραγράφους 1, 2 και 3 του άρθρου 23 του παρόντος. Διατάξεις που ορίζουν κατώτατο όριο σύνταξης δεν έχουν εν προκειμένω εφαρμογή. 
2. Ποσά τα οποία τυχόν θα εισπράξει το Ταμείο από τους έχοντες συμπληρώσει την ηλικία των εξήντα ετών πρατηριούχους των νέων περιοχών και μη ασφαλιζόμενους, θα επιστραφούν σ’ αυτούς εντόκως με επιτόκιο 5% μόλις διακόψουν την εργασία του πρατηριούχου υγρών καυσίμων και συνταξιοδοτηθούν από το φορέα κύριας ασφάλισης.

ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

ΑΡΘΡΟ 33

Κάθε διάταξη της διέπουσας το Ταμείο νομοθεσίας αντίθετη στις διατάξεις του παρόντος καταργείται.

Άρθρο 2

Η ισχύς του παρόντος αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Η παρούσα απόφαση να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Αθήνα, 26 Φεβρουαρίου 2004