Χρήσιμα Τηλέφωνα & Πληροφορίες
νόμος 4758/2020 περί περιστολής λαθρεμπορίου άρθρα που αφορούν τα πετρελαιοειδή 7-12-2020

νόμος 4758/2020 περί περιστολής λαθρεμπορίου άρθρα που αφορούν τα πετρελαιοειδή 7-12-2020

Διαφήμιση

ΝΟΜΟΣ 4758/2020
ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΛΑΘΡΕΜΠΟΡΙΟΥ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΕΠΟΠΤΕΙΑ ΚΑΙ ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΟΣ

Άρθρο 3.

Σύσταση, οργάνωση και λειτουργία του Συντονιστικού Επιχειρησιακού Κέντρου (Σ.Ε.Κ.) για την αντιμετώπιση του λαθρεμπορίου σε προϊόντα που υπόκεινται σε Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.) και Φόρο Κατανάλωσης (Φ.Κ.) – Τροποποίηση του άρθρου 6 του ν. 4410/2016

 

Το άρθρο 6 του ν. 4410/2016 (A΄ 141) αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 6
Συντονιστικό Επιχειρησιακό Κέντρο (Σ.Ε.Κ.) για την αντιμετώπιση του λαθρεμπορίου σε προϊόντα που υπόκεινται σε Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.) και Φόρο Κατανάλωσης (Φ.Κ.)
1. Στην Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), συστήνεται διυπηρεσιακό όργανο, με τίτλο «Συντονιστικό Επιχειρησιακό Κέντρο (Σ.Ε.Κ.)», το οποίο λειτουργεί ως συντονιστικό κέντρο μεταξύ των υπηρεσιών για την αντιμετώπιση του λαθρεμπορίου προϊόντων που υπόκεινται σε Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.) και Φόρο Κατανάλωσης (Φ.Κ.).
2. Το Σ.Ε.Κ. είναι δυνατόν να εποπτεύεται από Κυβερνητική Επιτροπή Στρατηγικού Σχεδιασμού και Επιχειρησιακής Εποπτείας για την Περιστολή του Λαθρεμπορίου, η οποία συστήνεται σύμφωνα με το άρθρο 8 του ν. 4622/2019 (Α΄ 133).
3. Όργανο διοίκησης του Σ.Ε.Κ. είναι το Συμβούλιο Διοίκησης.
4. α) Το Συμβούλιο Διοίκησης του Σ.Ε.Κ. αποτελείται από:
αα) έναν (1) υπάλληλο της Γενικής Διεύθυνσης Τελωνείων και Ε.Φ.Κ. της Α.Α.Δ.Ε., ως Πρόεδρο,
αβ) έναν (1) ανώτερο αξιωματικό της Ελληνικής Αστυνομίας, ως Αντιπρόεδρο,
αγ) έναν (1) υπάλληλο της Γενικής Διεύθυνσης του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.) της Γενικής Γραμματείας Φορολογικής Πολιτικής και Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου Οικονομικών, ως Γραμματέα,
αδ) έναν (1) υπάλληλο της Διεύθυνσης Εσωτερικών Υποθέσεων της Α.Α.Δ.Ε.,
αε) ένα (1) στέλεχος του Λιμενικού Σώματος – Ελληνικής Ακτοφυλακής,
αστ) έναν (1) υπάλληλο της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας,
αζ) έναν (1) υπάλληλο της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου και Προστασίας Καταναλωτή του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων, ως μέλη.
Ο Πρόεδρος, ο Αντιπρόεδρος, ο Γραμματέας και τα μέλη του Συμβουλίου επιλέγονται από την Κυβερνητική Επιτροπή της παρ. 2. Για την ως άνω επιλογή, προτείνονται από τις αρμόδιες υπηρεσίες ή αρχές προέλευσης τρεις (3) υποψήφιοι για κάθε θέση, οι οποίοι διαθέτουν πενταετή τουλάχιστον εμπειρία σε έναν από τους ακόλουθους τομείς: στην έρευνα, στον έλεγχο, στη δίωξη, στον σχεδιασμό στρατηγικών και επιχειρησιακών σχεδίων, στην ανάλυση και ανταλλαγή πληροφοριών, στη διυπηρεσιακή συνεργασία, στη χρήση και διαχείριση πληροφοριακών συστημάτων, στη συμμετοχή σε χημικές εργαστηριακές αναλύσεις και στην κατάρτιση ή την παρακολούθηση της νομοθεσίας και των διαδικασιών που διέπουν τα προϊόντα που υπόκεινται σε Ε.Φ.Κ. και Φ.Κ..
β) Το έργο του Συμβουλίου συνεπικουρούν είκοσι (20) υπάλληλοι που προέρχονται από τις υπηρεσίες που αναφέρονται στην περ. α΄, καθώς και από τις λοιπές υπηρεσίες του δημόσιου τομέα, οι οποίοι διαθέτουν τριετή τουλάχιστον εμπειρία σε έναν από τους τομείς του τελευταίου εδαφίου της περ. α΄.
γ) Τα μέλη του Συμβουλίου Διοίκησης και οι υπάλληλοι που συνεπικουρούν αυτό, πλην αυτών που προέρχονται από την Εθνική Αρχή Διαφάνειας, αποσπώνται, κατά περίπτωση, στη Διεύθυνση Στρατηγικής Τελωνειακών Ελέγχων και Παραβάσεων της Γενικής Διεύθυνσης Τελωνείων και Ε.Φ.Κ. της Α.Α.Δ.Ε.. Η απόσπαση διενεργείται, με κοινή απόφαση του αρμόδιου για τον διορισμό οργάνου του φορέα προέλευσης και του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε, η οποία εκδίδεται κατά παρέκκλιση του ν. 4440/2016 (Α΄ 224) και κάθε αντίθετης γενικής ή ειδικής διάταξης αναφορικά με αποσπάσεις, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη γνώμη των οικείων Υπηρεσιακών Συμβουλίων. Ειδικώς η απόσπαση των υπαλλήλων της περ. β΄ διενεργείται κατόπιν σχετικής εισήγησης του Συμβουλίου Διοίκησης. Η θητεία των μελών του Συμβουλίου Διοίκησης και των υπαλλήλων της περ. β΄ που αποσπώνται κατά τα ανωτέρω, διαρκεί για τρία (3) έτη με δυνατότητα άπαξ ανανέωσης για μια ακόμα τριετία. Με όμοια πράξη μπορεί να διακόπτεται η εν λόγω απόσπαση.
δ) Για τους σκοπούς του παρόντος, το μέλος του Συμβουλίου, καθώς και οι υπάλληλοι της περ. β΄, που προέρχονται από την Εθνική Αρχή Διαφάνειας και έχουν αποσπασθεί από άλλους φορείς σε αυτήν, θεωρούνται υπάλληλοί της και διατίθενται με κοινή απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. και του Διοικητή της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας με αποκλειστική απασχόληση στο Σ.Ε.Κ. για την υλοποίηση του έργου του, χωρίς να επηρεάζεται η απόσπασή τους στην Εθνική Αρχή Διαφάνειας. Με όμοια πράξη μπορεί να διακόπτεται η εν λόγω αποκλειστική απασχόληση στο Σ.Ε.Κ..
ε) Η υπηρεσία στο Σ.Ε.Κ. θεωρείται για κάθε συνέπεια, ως κανονική υπηρεσία στο σώμα ασφαλείας ή στην υπηρεσία από την οποία προέρχεται το αποσπώμενο προσωπικό. Η θέση του Προέδρου του Συμβουλίου Διοίκησης του Σ.Ε.Κ. λογίζεται, κατά παρέκκλιση του ν. 3528/2007 (Α΄ 26), ως θέση Προϊσταμένου Διεύθυνσης, με όλες τις έννομες συνέπειες της θέσης αυτής.
στ) Η γραμματειακή υποστήριξη του Σ.Ε.Κ. παρέχεται από την Α.Α.Δ.Ε., η οποία διαθέτει για τον σκοπό αυτόν δύο (2) υπαλλήλους, οι οποίοι δεν προσμετρώνται στον αριθμό των μελών του Συμβουλίου Διοίκησης και των υπαλλήλων της περ. β΄.
5. Το Σ.Ε.Κ έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες:
α) Αποτελεί εθνική μονάδα πληροφοριών για την υποδοχή, επεξεργασία και διαβίβασή τους, από και προς τις αρμόδιες υπηρεσίες που εμπλέκονται στην έρευνα, τον έλεγχο και τη δίωξη του λαθρεμπορίου. Αν αρμόδια υπηρεσία διαθέτει πληροφορίες για δράση εγκληματικής οργάνωσης, όπως ορίζεται στο άρθρο 187 Π.Κ., υποχρεούται να τις διαβιβάσει στο Σ.Ε.Κ. για τον συντονισμό της σχετικής επιχείρησης, εφόσον για την ασφάλεια της διεξαγωγής της επιχείρησης απαιτείται η εμπλοκή περισσότερων αρμοδίων Υπηρεσιών που δεν θα παρακωλύσoυν ή δυσχεράνουν τον έλεγχο καθ’ οιονδήποτε τρόπο. Ως εθνική μονάδα πληροφοριών για τα προϊόντα που υπόκεινται σε Ε.Φ.Κ. και Φ.Κ., λαμβάνει, επεξεργάζεται και διαβιβάζει εμπιστευτικές πληροφορίες, από και προς άλλα κράτη.
β) Εκπονεί, εισηγείται προς έγκριση στην Επιτροπή της παρ. 2 και συντονίζει στρατηγικά σχέδια και επιχειρησιακά σχέδια κοινών διυπηρεσιακών ή διακρατικών δράσεων, εφόσον οι τελευταίες πραγματοποιούνται εντός της ελληνικής Επικράτειας ή και εκτός αυτής, στον βαθμό που υπάρχει συμφωνία του αρμόδιου κράτους ή των αρμόδιων κρατών.
γ) Αναλαμβάνει επιχειρησιακή δράση στην έρευνα, τον έλεγχο και τη δίωξη κατά του λαθρεμπορίου προϊόντων υποκείμενων σε Ε.Φ.Κ. και Φ.Κ. με ίδιες δυνάμεις ή με τη συνεργασία άλλων διωκτικών υπηρεσιών, όταν αυτό ζητείται από τις εν λόγω υπηρεσίες ή από το ίδιο το Σ.Ε.Κ.. Αν κρίνεται αναγκαία η κοινή επιχειρησιακή δράση, ο Πρόεδρος του Συμβουλίου Διοίκησης δύναται να ορίσει επισπεύδουσα υπηρεσία που αναλαμβάνει τον συντονισμό των εμπλεκόμενων Υπηρεσιών.
δ) Διαβιβάζει τις καταγγελλόμενες – διερευνώμενες ή διαπιστωθείσες υποθέσεις λαθρεμπορίας στις κατά λόγο αρμοδιότητας εμπλεκόμενες υπηρεσίες. Εφόσον κρίνεται σκόπιμο, μπορεί το ίδιο να προβαίνει σε κάθε εξέταση ή έρευνα και να ενεργεί όλες τις ανακριτικές πράξεις προς διαπίστωση των αδικημάτων λαθρεμπορίας, δασμοφοροδιαφυγής και κάθε άλλης παράβασης, δια των υπαλλήλων που έχουν τα καθήκοντα και τις εξουσίες προανακριτικών υπαλλήλων, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (Κ.Π.Δ., ν. 4620/2019, Α΄ 96).
ε) Αναπτύσσει τη συνεργασία μεταξύ των εμπλεκόμενων αρχών, μέσω τακτικών συναντήσεων και συνδράμει τις εμπλεκόμενες υπηρεσίες σε θέματα έρευνας, ελέγχου, δίωξης και προανάκρισης, καθώς και διάθεσης μέσων ελέγχου.
στ) Παρακολουθεί όλες τις κατασχέσεις αλκοολούχων, καπνικών και ενεργειακών προϊόντων, καθώς και καφέ, υγρών αναπλήρωσης ηλεκτρονικού τσιγάρου, ηλεκτρικά θερμαινόμενου προϊόντος καπνού, για τις οποίες συλλέγει στοιχεία από τις εμπλεκόμενες ελεγκτικές αρχές, προβαίνει σε στατιστική ανάλυση των στοιχείων αυτών σε συνδυασμό με την ανάλυση πληροφοριών που περιέρχονται υπόψη του και των αποτελεσμάτων των κοινών δράσεων έρευνας και ελέγχου και εξάγει τις σχετικές τάσεις, μελετά και αξιοποιεί τα αποτελέσματα της στατιστικής ανάλυσης για την εκπλήρωση του έργου του.
Για τον σκοπό αυτόν, δημιουργείται και λειτουργεί στο Σ.Ε.Κ. ηλεκτρονική εφαρμογή καταχώρισης κατασχέσεων προϊόντων υποκείμενων σε Ε.Φ.Κ. και Φ.Κ.. Οι διωκτικές αρχές καταχωρίζουν υποχρεωτικά στην ηλεκτρονική εφαρμογή καταχώρισης κατασχέσεων προϊόντων υποκείμενων σε Ε.Φ.Κ. και Φ.Κ. του Σ.Ε.Κ. στοιχεία για τις κατασχέσεις που πραγματοποιούν στα προϊόντα αυτά. Τα αποτελέσματα της στατιστικής ανάλυσης γνωστοποιούνται στην Επιτροπή της παρ. 2 και στις διωκτικές υπηρεσίες που συμμετέχουν στο Σ.Ε.Κ..
ζ) Εισηγείται διά του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε., στη διοικητική δομή της οποίας εντάσσεται, προς την Επιτροπή της παρ. 2, την προώθηση νομοθετικών πρωτοβουλιών για διάθεση του απαιτούμενου προσωπικού, υλικοτεχνικών υποδομών, μέσων ελέγχου και μεταφοράς, για πρόσβαση σε πληροφορικά συστήματα και κάθε άλλο σχετικό θέμα για την αποτελεσματική άσκηση του έργου του.
η) Παρέχει τεχνική συνδρομή και συμβουλευτικό έργο στους αρμόδιους φορείς κατά την ανάληψη νομοθετικών πρωτοβουλιών επί θεμάτων που σχετίζονται με την καταπολέμηση του λαθρεμπορίου, είτε πρόκειται για εθνική ή ενωσιακή νομοθεσία είτε για διεθνείς συνθήκες.
θ) Αναπτύσσει και αξιοποιεί, προς εκπλήρωση των σκοπών του, συνεργασίες με διεθνείς και εθνικούς οργανισμούς και ιδιωτικούς φορείς, με αναγνωρισμένους εκπροσώπους ενώσεων συλλόγων, επιχειρήσεων και παραγωγών της Χώρας, επιστημονικές οργανώσεις, ιδιώτες επιστήμονες και εξειδικευμένους συμβούλους.
6. Για την εξυπηρέτηση του σκοπού και την άσκηση των αρμοδιοτήτων του, τα μέλη του Συμβουλίου και το προσωπικό του Σ.Ε.Κ.:
α) Αποκτούν πρόσβαση σε όλα τα απαραίτητα πληροφοριακά συστήματα των εμπλεκόμενων υπηρεσιών για κάθε σύστημα χωριστά. Η διάταξη αυτή υπερισχύει κάθε άλλης γενικής ή ειδικής διάταξης περί φορολογικού ή άλλου απορρήτου.
β) Μετέχουν σε σεμινάρια, ημερίδες, ομάδες εργασίας στο εσωτερικό και το εξωτερικό στο πλαίσιο διεθνών οργανισμών με αντικείμενο την καταπολέμηση του λαθρεμπορίου των προϊόντων Ε.Φ.Κ. και Φ.Κ..
7. α) Με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. συγκροτείται το Συμβούλιο Διοίκησης του Σ.Ε.Κ., κατόπιν της επιλογής των μελών του από την Επιτροπή της παρ. 2.
β) Κάθε θέμα σχετικό με την οργάνωση, τη δομή, τη λειτουργία και τις υποδομές του Σ.Ε.Κ. καθορίζεται με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε..»

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄
ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΚΑΙ ΕΛΕΓΧΟΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ

Άρθρο 6.

Μητρώο Δεξαμενών Ενεργειακών Προϊόντων

 

  1. Στην Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.) δημιουργείται ηλεκτρονικό μητρώο, στο οποίο καταχωρίζονται υποχρεωτικά οι δεξαμενές αποθήκευσης και διακίνησης ενεργειακών προϊόντων που αναφέρονται στον πίνακα της παρ. 1 του άρθρου 73του ν. 2960/2001(Α΄ 265), τα οποία τελούν υπό καθεστώς αναστολής των δασμολογικών και φορολογικών επιβαρύνσεων, καθώς και ενεργειακών προϊόντων της ίδιας παραγράφου, για τα οποία έχει καταβληθεί το σύνολο των ανωτέρω επιβαρύνσεων. Εξαιρούνται της υποχρέωσης αυτής οι δεξαμενές ενεργειακών προϊόντων τελικών καταναλωτών που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της περ. α΄ της παρ. 7 του άρθρου 31 του ν. 3784/2009 (A΄ 137), καθώς και των εγκαταστάσεων αποθήκευσης και διακίνησης καυσίμων των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας της υποπερ. Ιειε΄ της ιδίας ως άνω διάταξης.

 

  1. Για κάθε παράβαση του παρόντος άρθρου και των κανονιστικών διατάξεων που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότηση των παρ. 1 και 2 του άρθρου 26, επιβάλλεται στον υπόχρεο της εγγραφής στο μητρώο διοικητικό πρόστιμο από πεντακόσια (500) έως δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) ευρώ. Το ύψος του προστίμου προσδιορίζεται λαμβάνοντας υπόψη το είδος των παραβάσεων και τη βαρύτητά τους.

 

Άρθρο 7.

Σφράγιση εγκαταστάσεων πετρελαιοειδών και δημοσιοποίηση παραβάσεων νοθείας καυσίμων – Προσθήκη παρ. 4 στο άρθρο 119Α του ν. 2960/2001

 

Στο άρθρο 119Α του ν. 2960/2001 (Α΄ 265) προστίθεται παρ. 4, ως εξής:
«4. Όταν από εξέταση των Υπηρεσιών της Γενικής Διεύθυνσης του Γενικού Χημείου του Κράτους (Γ.Χ.Κ.) δείγματος καυσίμων που διενεργείται για ελεγχόμενη από τις τελωνειακές υπηρεσίες της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.) εγκατάσταση κατόχου άδειας εμπορίας ή λιανικής εμπορίας πετρελαιοειδών προϊόντων των άρθρων 6 και 7 του ν. 3054/2002 (Α΄ 230), με βάση την έκθεση ανάλυσης του κατ’ έφεση δείγματος ή τη σχετική απόφαση του Ανώτατου Χημικού Συμβουλίου, στην περίπτωση που υπάρχει διαφορά μεταξύ της ανάλυσης του πρώτου και του κατ’ έφεση δείγματος, προκύπτει ότι ο ελεγχόμενος κάτοχος της άδειας κατέχει, διακινεί και εμπορεύεται νοθευμένα καύσιμα, σφραγίζεται προσωρινά η εγκατάσταση, όπου διαπιστώνεται η παράβαση, για χρονικό διάστημα από δέκα (10) έως ενενήντα (90) ημέρες, ανάλογα με τη σοβαρότητά της.
Το ληφθέν δείγμα καυσίμου αποστέλλεται άμεσα από την ελέγχουσα τελωνειακή υπηρεσία στη χημική υπηρεσία, που θα διενεργήσει την ανάλυση, η οποία οφείλει να ολοκληρώσει τις σχετικές διαδικασίες έως και την έκδοση της σχετικής έκθεσης ανάλυσης του κατ’ έφεση δείγματος το αργότερο εντός δέκα (10) εργάσιμων ημερών από την παραλαβή του δείγματος. Η απόφαση του Ανώτατου Χημικού Συμβουλίου, στην περίπτωση που υπάρχει διαφορά μεταξύ της ανάλυσης του πρώτου και του κατ’ έφεση δείγματος, εκδίδεται εντός δέκα (10) εργάσιμων ημερών από την ημέρα που αυτό επιλαμβάνεται της διαφοράς.
Όταν συντρέχει λαθρεμπορία, τα μέτρα της παρούσας επιβάλλονται ανεξάρτητα από τις λοιπές ποινικές και διοικητικές κυρώσεις σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παρ. 2.
Στην περίπτωση μη κανονικών δειγμάτων, πέραν της επιβολής των μέτρων της παρούσας, ενημερώνεται το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας για την τυχόν επιβολή λοιπών κυρώσεων του ν. 3054/2002 για μη τήρηση της ποιότητας και του τύπου των καυσίμων, πλην της κύρωσης της σφράγισης που έχει ήδη επιβληθεί στο πλαίσιο της παρούσας.
Για την εφαρμογή της παρούσας, ως καύσιμα νοούνται τα ενεργειακά προϊόντα της παρ. 1 του άρθρου 73.
Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. καθορίζονται η διαδικασία, ο τρόπος και τα όργανα επιβολής της σφράγισης και αποσφράγισης των εγκαταστάσεων κατόχου άδειας εμπορίας ή λιανικής εμπορίας πετρελαιοειδών προϊόντων, στις οποίες διαπιστώνονται οι παραβάσεις της παρούσας και δύνανται να ορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις για τη δημοσιοποίηση των στοιχείων των παραβατών, των παραβάσεων και κυρώσεων, καθώς και ο τρόπος, ο χρόνος και το μέσο δημοσιοποίησης, τηρουμένου του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της Οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων, L 119) και του ν. 4624/2019 (Α΄ 137) και κάθε άλλο σχετικό θέμα.»

 

 

Άρθρο 8.

Επέκταση συστήματος εισροών εκροών σε αποθήκες τελωνειακής αποταμίευσης υγραερίων – Τροποποίηση του άρθρου 33 του ν. 2960/2001

 

Η παρ. 5 του άρθρου 33 του ν. 2960/2001 (Α΄ 265) αντικαθίσταται ως εξής:
«5. Ειδικά για τις αποθήκες τελωνειακής αποταμίευσης, στις οποίες κατέχονται ενεργειακά προϊόντα της παρ. 1 του άρθρου 73, εγκαθίστανται ολοκληρωμένα συστήματα παρακολούθησης και ηλεκτρονικής αποστολής δεδομένων εισροών-εκροών. Με κοινές αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, του Υπουργού Ανάπτυξης και Επενδύσεων, του Υπουργού Ψηφιακής Διακυβέρνησης και του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), καθορίζονται οι διαδικασίες και οι προδιαγραφές εγκατάστασης και ελέγχου των ολοκληρωμένων συστημάτων παρακολούθησης και ηλεκτρονικής αποστολής δεδομένων εισροών-εκροών για τις αποθήκες αποταμίευσης ενεργειακών προϊόντων του παρόντος, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα.»

 

Άρθρο 9.

Επέκταση συστήματος εισροών εκροών σε φορολογικές αποθήκες υγραερίων – Τροποποίηση του άρθρου 63 του ν. 2960/2001

Η παρ. 3 του άρθρου 63 του ν. 2960/2001 (Α΄ 265) αντικαθίσταται ως εξής:
«3. Οι τελωνειακές αρχές ασκούν εποπτεία και έλεγχο κατά τρόπο διαρκή ή περιοδικό στις φορολογικές αποθήκες, σύμφωνα με την απόφαση της παρ. 2.
Για τα βιομηχανοποιημένα καπνά οι όροι και προϋποθέσεις για την εποπτεία και τον έλεγχο των φορολογικών αποθηκών με διαρκή παρουσία υπαλλήλων των αρμόδιων τελωνειακών αρχών καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών. Για τις φορολογικές αποθήκες ενεργειακών προϊόντων της παρ. 1 του άρθρου 73 εγκαθίστανται ολοκληρωμένα συστήματα παρακολούθησης και ηλεκτρονικής αποστολής δεδομένων εισροών-εκροών.
Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Ψηφιακής Διακυβέρνησης και του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), καθορίζονται οι διαδικασίες και οι προδιαγραφές εγκατάστασης και ελέγχου των ολοκληρωμένων συστημάτων παρακολούθησης και ηλεκτρονικής αποστολής δεδομένων εισροών-εκροών για τις φορολογικές αποθήκες ενεργειακών προϊόντων του παρόντος, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα.»

 

Άρθρο 10.

Εγκατάσταση ηλεκτρονικού συστήματος γεωγραφικού εντοπισμού (GPS) σε βυτιοφόρα οχήματα και πλωτά εφοδιαστικά μέσα – Τροποποίηση της υποπερ. ββ ΄ της παρ. 8α του άρθρου 15 του ν. 3054/2002

 

Η υποπερ. ββ΄ της παρ. 8α του άρθρου 15 του ν. 3054/2002 (Α΄ 230) αντικαθίσταται και η παρ. 8α διαμορφώνεται ως εξής:
«8.α) Δεν επιτρέπεται η διακίνηση πετρελαιοειδών προϊόντων από κατόχους άδειας εμπορίας, λιανικής εμπορίας και διάθεσης βιοκαυσίμων, με μεταφορικά μέσα, βυτιοφόρα Φορτηγό Ιδιωτικής Χρήσης (Φ.Ι.Δ.) ή Φορτηγά Δημόσιας Χρήσης (Φ.Δ.Χ.) ή πλωτά εφοδιαστικά, όπως δεξαμενόπλοια και σλέπια, ιδιόκτητα ή μισθωμένα, τα οποία δεν φέρουν:
αα) σε εμφανές σημείο, κατά περίπτωση, το εμπορικό σήμα του κατόχου άδειας εμπορίας, άδειας λιανικής εμπορίας ή συνεταιρισμού ή κοινοπραξίας αυτών, ή άδειας διάθεσης βιοκαυσίμων, ή το εμπορικό σήμα του μεταφορέα με τον οποίο έχουν συνάψει σύμβαση μεταφοράς, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 5Α, τις παρ. 5γ και 8 του άρθρου 6 και την παρ. 2 του άρθρου 7, καθώς και τις κατ’ εξουσιοδότηση αυτών εκδοθείσες κανονιστικές πράξεις, και
ββ) ηλεκτρονικό σύστημα γεωγραφικού εντοπισμού (GPS). Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Ψηφιακής Διακυβέρνησης, του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.) και των κατά περίπτωση αρμόδιων Υπουργών Υποδομών και Μεταφορών και Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, καθορίζονται οι προδιαγραφές, η διαδικασία και οι όροι εγκατάστασης του συστήματος, το ακριβές χρονοδιάγραμμα εφαρμογής, οι συγκεκριμένες κατηγορίες βυτιοφόρων Φ.Ι.Χ. και Φ.Δ.Χ. και πλωτών εφοδιαστικών μέσων που υπάγονται στην ανωτέρω υποπερίπτωση, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα. Με όμοια απόφαση καθορίζονται οι προδιαγραφές, η διαδικασία και κάθε άλλο σχετικό θέμα με την υλοποίηση του συστήματος, με το οποίο αντλούνται και αξιοποιούνται οι πληροφορίες από το ηλεκτρονικό σύστημα γεωγραφικού προσδιορισμού (GPS) των μεταφορικών μέσων.»

 

Άρθρο 11.

Φορολογική σήμανση υγρών καυσίμων και υγραερίων – Τροποποίηση της παρ. 12 του άρθρου 15 του ν. 3054/2002

Η παρ. 12 του άρθρου 15 του ν. 3054/2002 (Α΄ 230) αντικαθίσταται ως εξής:
«12. Τα υγρά καύσιμα και τα υγραέρια που διατίθενται στην κατανάλωση ή διακινούνται ή αποθηκεύονται εντός της ελληνικής Επικράτειας, σημαίνονται με κατάλληλα μόρια, τα οποία χρησιμοποιούνται ως δείκτες φορολογικής σήμανσης, εφεξής «ιχνηθέτες».
Η έλλειψη φορολογικής σήμανσης ή η παραβίαση της κατάλληλης φορολογικής σήμανσης των υγρών καυσίμων και των υγραερίων, σύμφωνα με τα ανωτέρω οριζόμενα, συνιστά τελωνειακή παράβαση της παρ. 1 του άρθρου 119 Α του ν. 2960/2001 (Α΄ 265), με την επιφύλαξη των περί λαθρεμπορίας διατάξεων της παρ. 2 του ίδιου άρθρου, έστω και αν διαθέτουν τα προβλεπόμενα παραστατικά, και επιπροσθέτως συνεπάγεται την απαγόρευση διάθεσής τους στην εσωτερική αγορά από τη διαπίστωση της τέλεσης της παράβασης.
Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Περιβάλλοντος και Ενέργειας και του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.) καθορίζονται τα συγκεκριμένα είδη που υπάγονται στη ρύθμιση της παρούσας και διευκρινίζονται τεχνικά ζητήματα για την εφαρμογή της ανά είδος υγρών καυσίμων και υγραερίων και τις διαδικασίες των κυρώσεων, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα.»

 

Άρθρο 12.

Κυρώσεις για βυτιοφόρα οχήματα και πλωτά εφοδιαστικά μέσα διακίνησης πετρελαιοειδών προϊόντων επί παραβάσεων των υποχρεώσεων της παρ. 8α του άρθρου 15 του ν. 3054/2002 – Τροποποίηση του άρθρου 17 και προσθήκη άρθρου 17Α στον ν. 3054/2002

 

Στον ν. 3054/2002 (Α΄ 230) επέρχονται οι εξής τροποποιήσεις:
1. Η παρ. 1 του άρθρου 17 τροποποιείται και διαμορφώνεται ως εξής:
«1.α. Με απόφαση του αρμοδίου οργάνου του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, για κάθε παράβαση των διατάξεων του νόμου αυτού και των κατ’ εξουσιοδότησή του εκδιδόμενων κανονιστικών αποφάσεων, επιβάλλεται πρόστιμο από πέντε χιλιάδες (5.000) έως ένα εκατομμύριο πεντακόσιες χιλιάδες (1.500.000) ευρώ. Για το ύψος του επιβαλλόμενου προστίμου λαμβάνονται υπόψη ως κριτήρια, ιδίως, η βαρύτητα της παράβασης, οι συνέπειες που προκύπτουν από αυτήν, ο βαθμός υπαιτιότητας και η τυχόν υποτροπή του παραβάτη. Για την αξιολόγηση της παραβατικής συμπεριφοράς ως υποτροπής, λαμβάνονται υπόψη οι ισχύουσες εγγραφές στο Βιβλίο Κυρώσεων. Σε υποτροπή βρίσκεται όποιος μέσα σε τρία (3) χρόνια από την έκδοση της απόφασης, με την οποία επιβάλλεται σε αυτόν πρόστιμο ή άλλη κύρωση για κάποια από τις ανωτέρω παραβάσεις, τελεί νέα παράβαση. β. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας μπορούν να κατηγοριοποιούνται οι ανωτέρω παραβάσεις και να καθορίζονται η διαδικασία επιβολής και τα όρια του προστίμου κάθε κατηγορίας ή και κάθε επί μέρους παράβασης εντός των ορίων του πρώτου εδαφίου της παρούσας, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια. Με όμοια απόφαση μπορούν να αναπροσαρμόζονται τα όρια αυτά.
γ. Για την ίδια παράβαση επιβάλλεται πρόστιμο μόνο από ένα προς τούτο αρμόδιο όργανο κατ’ εφαρμογή των διατάξεων της ισχύουσας νομοθεσίας αρμοδιότητας του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Τυχόν επιβολή δεύτερου προστίμου για την ίδια παράβαση δεν παράγει οποιαδήποτε έννομη συνέπεια. Η επιβολή του προστίμου δεν αποκλείει την επιβολή άλλων διοικητικών κυρώσεων που τυχόν προβλέπονται από τις κείμενες διατάξεις.
δ. Ο Υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, σε κάθε περίπτωση παράβασης των διατάξεων του παρόντος, μπορεί, λαμβάνοντας υπόψη τις συνέπειές της για το ευρύτερο καταναλωτικό κοινό, να δημοσιοποιεί δια του τύπου ή με άλλο πρόσφορο τρόπο τις κυρώσεις που επιβάλλονται κατά την παρ. 1.
ε. Σε περίπτωση παράβασης της υποπερ. αα΄ της παρ. 8α του άρθρου 15 τα μεταφορικά μέσα κατάσχονται άμεσα. Στους ιδιοκτήτες των ανωτέρω μεταφορικών μέσων επιβάλλεται πρόστιμο επτά χιλιάδων (7.000) ευρώ ανά παράβαση και αφαιρείται η άδεια κυκλοφορίας του μεταφορικού μέσου για διάστημα έξι (6) μηνών. Σε κάθε περίπτωση υποτροπής εντός μιας τριετίας για την ίδια παράβαση, όπως αυτή προκύπτει από τις ισχύουσες εγγραφές στο Βιβλίο Κυρώσεων, το πρόστιμο τριπλασιάζεται. Η επιβολή του προστίμου δεν αποκλείει την επιβολή άλλων διοικητικών ή ποινικών κυρώσεων που προβλέπονται από τις κείμενες διατάξεις.
Επιπλέον, αφαιρείται το ναυτικό φυλλάδιο του πλοιάρχου ή ανακαλείται η άδεια άσκησης επαγγέλματος του οδικού μεταφορέα αντίστοιχα για διάστημα έξι (6) μηνών.
Με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του κατά περίπτωση συναρμόδιου Υπουργού καθορίζονται ειδικότερα θέματα και λεπτομέρειες για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου.»
2. Μετά από το άρθρο 17 του ν. 3054/2002 προστίθεται το άρθρο 17Α ως εξής:
«Άρθρο 17Α
Διοικητικές κυρώσεις για παραβάσεις των διατάξεων περί εγκατάστασης ηλεκτρονικού συστήματος γεωγραφικού εντοπισμού (GPS) σε βυτιοφόρα οχήματα και πλωτά εφοδιαστικά μέσα
1. Για κάθε παράβαση της υποπερ. ββ΄ της παρ. 8α του άρθρου 15 επιβάλλεται στους κατά περίπτωση υπόχρεους διοικητικό πρόστιμο από χίλια (1.000) έως διακόσιες πενήντα χιλιάδες (250.000) ευρώ. Το ύψος του προστίμου προσδιορίζεται, λαμβάνοντας υπόψη ιδίως, το είδος του μεταφορικού μέσου, το είδος και τη βαρύτητα της παράβασης, καθώς και την υποτροπή. Ως υποτροπή ορίζεται η εκ νέου τέλεση της ίδιας παράβασης εντός τριών (3) ετών από την έκδοση απόφασης επιβολής προστίμου. Ειδικότερα:
α) Σε περίπτωση διακίνησης πετρελαιοειδών προϊόντων με βυτιοφόρα οχήματα και πλωτά εφοδιαστικά μέσα που δεν φέρουν ηλεκτρονικό σύστημα γεωγραφικού εντοπισμού (GPS), επιβάλλεται πρόστιμο από είκοσι πέντε χιλιάδες (25.000) έως διακόσιες πενήντα χιλιάδες (250.000) ευρώ για κάθε μεταφορικό μέσο.
β) Σε περίπτωση μη πλήρωσης των όρων και προδιαγραφών της εγκατάστασης και λειτουργίας των ηλεκτρονικών συστημάτων γεωγραφικού εντοπισμού (GPS) και της ηλεκτρονικής μετάδοσης δεδομένων επιβάλλεται πρόστιμο από χίλια (1.000) έως διακόσιες πενήντα χιλιάδες (250.000) ευρώ.
2. Για την πληρωμή των προστίμων της παρ. 1 ευθύνονται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με το νομικό πρόσωπο και τα φυσικά πρόσωπα, που, κατά τον χρόνο διάπραξης της παράβασης, είχαν μία από τις ιδιότητες που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 67 του ν. 4174/2013 (Α΄ 170), καθώς και όσοι φέρουν εν τοις πράγμασι τις ιδιότητες αυτές.
3. Εφόσον το διοικητικό πρόστιμο της παρ. 1 είναι ίσο ή μεγαλύτερο του ποσού των εικοσιπέντε χιλιάδων (25.000) ευρώ, επιβάλλεται σωρευτικά, ανάλογα με το ύψος του και προσωρινή αφαίρεση της άδειας κυκλοφορίας του βυτιοφόρου οχήματος ή της άδειας λειτουργίας του πλωτού εφοδιαστικού μέσου, για χρονικό διάστημα από έναν (1) μήνα έως ένα (1) έτος. Σε περίπτωση υποτροπής, το μέτρο του προηγούμενου εδαφίου επιβάλλεται σωρευτικά με τα διοικητικά πρόστιμα της παρ. 1, ανεξαρτήτως του ύψους του ποσού του προστίμου.
4. Κατά της απόφασης επιβολής προστίμου δύναται να ασκηθεί προσφυγή ενώπιον του αρμόδιου Διοικητικού Δικαστηρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ., ν. 2717/1999, Α΄ 97). Με την άσκηση της προσφυγής αναστέλλεται η καταβολή ποσοστού πενήντα τοις εκατό (50%) του διοικητικού προστίμου, υπό την προϋπόθεση ότι έχει καταβληθεί ή έχει υπαχθεί σε ρύθμιση βάσει νομοθετικής διάταξης το υπόλοιπο πενήντα τοις εκατό (50%). Η αναστολή αίρεται αυτοδικαίως στην περίπτωση μη τήρησης της ως άνω ρύθμισης. Το ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) του προστίμου που δεν αναστέλλεται σε περίπτωση άσκησης προσφυγής, μπορεί να ανασταλεί με δικαστική απόφαση επί αιτήσεως αναστολής κατά τα άρθρα 200 έως 205 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας.
5. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. και των κατά περίπτωση αρμόδιων Υπουργών Υποδομών και Μεταφορών και Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, εξειδικεύονται οι παραβάσεις για τις οποίες επιβάλλονται οι κυρώσεις του παρόντος και δύναται να ορίζεται το ύψος των διοικητικών προστίμων για κάθε παράβαση μέσα στα όρια που προβλέπονται στην παρ. 1 και σύμφωνα με τα κριτήρια της ίδιας παραγράφου. Με όμοια απόφαση καθορίζονται η διαδικασία και τα όργανα επιβολής των προστίμων, καθώς και η διαδικασία είσπραξής τους και κάθε άλλο θέμα σχετικό με την εφαρμογή του παρόντος. Με όμοια απόφαση δύνανται να ορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις για τη δημοσιοποίηση των στοιχείων των παραβατών και των κατά περίπτωση παραβάσεων και προστίμων, ο τρόπος, ο χρόνος και το μέσο δημοσιοποίησης, η αποστολή των στοιχείων αυτών στο Συντονιστικό Επιχειρησιακό Κέντρο (Σ.Ε.Κ.) του άρθρου 6 του ν. 4410/2016 (Α΄ 141), καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα, τηρουμένων των διατάξεων του Κανονισμού (Ε.Ε.) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και του ν. 4624/2019 (Α΄ 137).»

 

Άρθρο 13.

Κυρώσεις για παραβάσεις των διατάξεων περί εγκατάστασης ολοκληρωμένων συστημάτων παρακολούθησης και ηλεκτρονικής αποστολής δεδομένων εισροών-εκροών στις φορολογικές αποθήκες και στις αποθήκες τελωνειακής αποταμίευσης ενεργειακών προϊόντων – Προσθήκη άρθρου 119Γ στον ν. 2960/2001

 

Μετά το άρθρο 119Β του ν. 2960/2001 (Α΄ 265) προστίθεται άρθρο 119Γ, ως εξής:
«Άρθρο 119Γ
Κυρώσεις για παραβάσεις των διατάξεων περί εγκατάστασης ολοκληρωμένων συστημάτων παρακολούθησης και ηλεκτρονικής αποστολής δεδομένων εισροών-εκροών στις φορολογικές αποθήκες και στις αποθήκες τελωνειακής αποταμίευσης ενεργειακών προϊόντων
1. Αρμόδιες υπηρεσίες για τον έλεγχο εφαρμογής των διατάξεων που αφορούν στα ολοκληρωμένα συστήματα παρακολούθησης και ηλεκτρονικής αποστολής δεδομένων εισροών-εκροών των φορολογικών αποθηκών και των αποθηκών τελωνειακής αποταμίευσης ενεργειακών προϊόντων της παρ. 1 του άρθρου 73 είναι τα τελωνεία ελέγχου των ανωτέρω αποθηκών, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην απόφαση του Υπουργού Οικονομικών της παρ. 2 του άρθρου 63 και στην υπό στοιχεία ΔΘΟΤΚΔ 1026126 ΕΞ 2017 απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. (Β΄ 810) αντίστοιχα, καθώς και οι τελωνειακές ελεγκτικές αρχές της Α.Α.Δ.Ε., σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υπό στοιχεία Δ/ΟΡΓ/Α/1125859/ΕΞ2020 απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. (Β΄ 4738). Αν κρίνεται αναγκαίο, ζητείται η συνδρομή των λοιπών υπηρεσιών της Α.Α.Δ.Ε. στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους, όπως αυτές καθορίζονται από την ίδια απόφαση, καθώς και των υπηρεσιών της Γενικής Γραμματείας Βιομηχανίας του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο π.δ. 147/2017 (Α΄ 192).
2. α. Για κάθε παράβαση του πρώτου εδαφίου της παρ. 5 του άρθρου 33 και του τρίτου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 63 και των υπουργικών αποφάσεων, που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότησή τους και κατ’ εξουσιοδότηση του παρόντος, επιβάλλεται στους κατά περίπτωση υπόχρεους διοικητικό πρόστιμο από χίλια (1.000) ευρώ έως πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) ευρώ, επιφυλασσομένης της υποπερ. Δδ΄ και επιβάλλεται κατά περίπτωση ανάκληση της άδειας της φορολογικής αποθήκης ή της αποθήκης τελωνειακής αποταμίευσης. Το ύψος του προστίμου προσδιορίζεται λαμβάνοντας υπόψη το είδος και τη βαρύτητα της παράβασης καθώς και την υποτροπή. Ειδικότερα:
αα) Σε περίπτωση μη εγκατάστασης ολοκληρωμένου συστήματος παρακολούθησης και ηλεκτρονικής αποστολής δεδομένων εισροών-εκροών επιβάλλεται στον φορέα της άδειας λειτουργίας της εγκατάστασης της φορολογικής αποθήκης ή στον διαχειριστή της αποθήκης τελωνειακής αποταμίευσης πρόστιμο από πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ έως πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) ευρώ και ανακαλείται η άδεια λειτουργίας της φορολογικής αποθήκης ή της αποθήκης τελωνειακής αποταμίευσης.
αβ) Σε περίπτωση μη πλήρωσης των όρων, προϋποθέσεων και προδιαγραφών της εγκατάστασης και λειτουργίας των συστημάτων παρακολούθησης και ηλεκτρονικής αποστολής δεδομένων εισροών-εκροών, επιβάλλεται στον φορέα της άδειας λειτουργίας της εγκατάστασης της φορολογικής αποθήκης ή στον διαχειριστή της αποθήκης τελωνειακής αποταμίευσης πρόστιμο από χίλια (1.000) ευρώ έως τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ. Εφόσον διαπιστωθεί συνυπαιτιότητα καθ’ οιονδήποτε τρόπο από πλευράς του εγκαταστάτη του συστήματος στη διάπραξη των ανωτέρω παραβάσεων, επιβάλλεται και σε αυτόν αυτοτελώς το ανωτέρω διοικητικό πρόστιμο.
αγ) Σε περίπτωση διαπίστωσης των παραβάσεων της παρ. 3, επιβάλλεται πρόστιμο από δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ έως τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ.
αδ) Σε περίπτωση υποτροπής, το πρόστιμο των υποπερ. αα΄, αβ΄ και αγ΄ διπλασιάζεται. Ως υποτροπή ορίζεται η εντός τριών (3) ετών από την έκδοση απόφασης επιβολής προστίμου εκ νέου τέλεση της ίδιας παράβασης.
β. Υπόχρεοι για την καταβολή των επιβαλλόμενων με το παρόν προστίμων είναι:
α) τα φυσικά πρόσωπα, τα οποία υπέχουν αυτοτελή ευθύνη, με μόνη την ιδιότητά τους ως φορείς των αδειών λειτουργίας των φορολογικών αποθηκών ή ως διαχειριστές των αποθηκών τελωνειακής αποταμίευσης, καθώς και όσοι ενήργησαν ως αυτουργοί ή ως συναυτουργοί κατά την τέλεση της παράβασης ή θεωρούνται ως τέτοιοι, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 153, με επιμερισμό, στην περίπτωση αυτή, του επιβληθέντος ποσού, εις έκαστο εξ αυτών, ανάλογα με τον βαθμό συνυπευθυνότητάς του και
β) τα νομικά πρόσωπα, τα οποία είτε υπέχουν αυτοτελή ευθύνη με μόνη την ιδιότητά τους ως φορείς των αδειών λειτουργίας των φορολογικών αποθηκών ή ως διαχειριστές των αποθηκών τελωνειακής αποταμίευσης είτε κηρύσσονται αστικά συνυπεύθυνα και καθίστανται εις ολόκληρον υπόχρεα για την καταβολή του συνόλου του επιβληθέντος προστίμου, σε περίπτωση που οι νόμιμοι εκπρόσωποι αυτών υπέχουν ευθύνη διάπραξης της παράβασης ως φυσικά πρόσωπα και θεωρούνται αυτουργοί ή συναυτουργοί, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 153.
γ. Κατά της απόφασης επιβολής των προστίμων ο έχων έννομο συμφέρον, μπορεί να ασκήσει προσφυγή ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2717/1999 (Α΄ 97) «Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας». Με την άσκηση της προσφυγής, αναστέλλεται η καταβολή ποσοστού πενήντα τοις εκατό (50%) του διοικητικού προστίμου, υπό την προϋπόθεση ότι έχει καταβληθεί ή έχει υπαχθεί σε ρύθμιση βάσει νομοθετικής διάταξης το υπόλοιπο πενήντα τοις εκατό (50%). Η αναστολή αίρεται αυτοδικαίως στην περίπτωση μη τήρησης της ως άνω ρύθμισης. Το ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) του προστίμου, που δεν αναστέλλεται σε περίπτωση άσκησης προσφυγής, μπορεί να ανασταλεί με δικαστική απόφαση επί αιτήσεως αναστολής κατά τα άρθρα 200 έως 205 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας.
3. α) Ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι (6) μηνών επιβάλλεται σε όποιον προμηθεύει ή εγκαθιστά μετρητικά συστήματα και τον συνοδευτικό εξοπλισμό τους, τα οποία προορίζονται για εφαρμογές του συστήματος παρακολούθησης και ηλεκτρονικής αποστολής δεδομένων εισροών-εκροών και συνοδεύονται από πλαστά ή παραποιημένα πιστοποιητικά.
β) Ποινή κάθειρξης επιβάλλεται, σε όποιον:
αα) Επεμβαίνει χωρίς εξουσιοδότηση, τροποποιεί ή αλλοιώνει με οποιονδήποτε τρόπο και μορφή μέρη ή παραγόμενα στοιχεία του συστήματος, τα οποία φυλάσσονται στον χώρο της εγκατάστασης ή αποστέλλονται στην κεντρική βάση δεδομένων της Α.Α.Δ.Ε..
ββ) Παραδίδει, προμηθεύει, εφοδιάζει, πωλεί, αποθηκεύει ή διακινεί ενεργειακά προϊόντα μέσω δεξαμενών, αγωγών, αντλιών ή μετρητών, που δεν συνδέονται με το εγκατεστημένο σύστημα παρακολούθησης και ηλεκτρονικής αποστολής δεδομένων εισροών-εκροών.
4. Οι κυρώσεις του παρόντος επιβάλλονται με την έναρξη της παραγωγικής λειτουργίας των ολοκληρωμένων συστημάτων παρακολούθησης και ηλεκτρονικής αποστολής δεδομένων εισροών-εκροών στις φορολογικές αποθήκες και αποθήκες τελωνειακής αποταμίευσης, σύμφωνα με την κοινή υπουργική απόφαση του δεύτερου εδαφίου της παρ. 5 του άρθρου 33 και του τέταρτου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 63, με εξαίρεση την κύρωση της υποπερ. αα΄ της παρ. 2α, η οποία εφαρμόζεται από την έκδοση της απόφασης του πρώτου εδαφίου της παρ. 5.
5. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων και του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. εξειδικεύονται οι παραβάσεις του παρόντος και ορίζεται το ύψος των διοικητικών προστίμων για κάθε παράβαση εντός των ορίων της περ. (α) της παρ. 2, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα. Με όμοια απόφαση δύνανται να ορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις για τη δημοσιοποίηση των στοιχείων των παραβατών, των παραβάσεων και κυρώσεων, ο τρόπος, ο χρόνος και το μέσο δημοσιοποίησης, η αποστολή των στοιχείων αυτών στο Συντονιστικό Επιχειρησιακό Κέντρο (Σ.Ε.Κ.) του άρθρου 6 του ν. 4410/2016 (Α΄ 141), καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα, τηρουμένων των διατάξεων του Κανονισμού (Ε.Ε.) 679/2016 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και του ν. 4624/2019

Άρθρο 14.

Διαχείριση και πρόσβαση στα πληροφοριακά συστήματα εισροών εκροών

Η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.) καθίσταται αποκλειστικά αρμόδια για την ανάπτυξη και διαχείριση του λογισμικού εφαρμογών των πληροφοριακών συστημάτων εισροών-εκροών και των συστημάτων εντοπισμού γεωγραφικής θέσης μεταφορικών μέσων (GPS), καθώς και για τη διαχείριση των δεδομένων αυτών. Υφιστάμενα πληροφοριακά συστήματα εισροών-εκροών και εντοπισμού γεωγραφικής θέσης μεταφορικών μέσων (GPS) που έχουν σχεδιαστεί ή λειτουργούν σε άλλες υπηρεσίες του Δημοσίου περιέρχονται και λειτουργούν εφεξής στην Α.Α.Δ.Ε., η οποία υπεισέρχεται και σε δικαιώματα και υποχρεώσεις που απορρέουν από συμβατικά κείμενα και αφορούν στα συστήματα αυτά. Πρόσβαση στα ανωτέρω πληροφοριακά συστήματα έχουν, πέραν των υπηρεσιών της Α.Α.Δ.Ε., οι υπηρεσίες της παρ. 9α του άρθρου 31 του ν. 3784/2009 (Α΄ 137), για σκοπούς ελέγχου.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ΄
ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΛΑΘΡΕΜΠΟΡΙΟΥ

Άρθρο 21.

Επιβολή προστίμων για την παρεμπόδιση του τελωνειακού ελέγχου – Προσθήκη παρ. 11 στο άρθρο 147 του ν. 2960/2001

 

Στο άρθρο 147 του ν. 2960/2001 (Α΄265) προστίθεται παρ. 11 ως εξής:
«11. Αν, στο πλαίσιο διενέργειας ελέγχου για τη διαπίστωση της τήρησης ή μη των εθνικών και ενωσιακών διατάξεων της τελωνειακής νομοθεσίας, ο ελεγχόμενος δεν συνεργαστεί με την τελωνειακή αρχή ή δεν προσκομίσει τα ζητούμενα στοιχεία και αρχεία ή δεν επιτρέψει στην τελωνειακή αρχή την είσοδο σε οποιοδήποτε χώρο της επαγγελματικής του εγκατάστασης ή του μεταφορικού του μέσου, επιβάλλεται πρόστιμο ύψους δύο χιλιάδων πεντακοσίων (2.500) ευρώ σε βάρος του. Για την εφαρμογή της παρούσας, ως μη συνεργασία νοείται η μη ανταπόκριση σε αίτημα της τελωνειακής αρχής για παροχή πληροφοριών ή στοιχείων σε χρόνο που ορίζεται από την τελωνειακή αρχή, ο οποίος δεν δύναται να υπερβαίνει τις τριάντα (30) ημέρες, ούτε να υπολείπεται των πέντε (5) ημερών από την κοινοποίηση της σχετικής πρόσκλησης.»

 

Άρθρο 22.

Αυστηροποίηση ποινών λαθρεμπορίας – Τροποποίηση του άρθρου 157 του ν. 2960/2001

 

  1. Στην περ. β΄ της παρ. 1 του άρθρου 157 του ν. 2690/2001 (Α΄ 265), οι λέξεις «τουλάχιστον ενός (1) έτους» αντικαθίστανται από τις λέξεις «δύο τουλάχιστον (2) ετών», στην περ. γ΄ μετά από τις λέξεις «Με κάθειρξη» προστίθενται οι λέξεις «δέκα τουλάχιστον (10) ετών» και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής:
    «1. Η κατά το άρθρο 155 του παρόντος λαθρεμπορία τιμωρείται με:
    α) Φυλάκιση έξι (6) τουλάχιστον μηνών. Εάν όμως το αντικείμενο της λαθρεμπορίας δεν έχει σημαντική αξία και προορίζεται για ατομική χρήση ή ανάλωση του υπαιτίου, το ελάχιστο όριο της ποινής μειώνεται στο ένα έκτο.
    β) Φυλάκιση δύο (2) τουλάχιστον ετών εάν:
    βα) διαπράχθηκε καθ’ υποτροπήν,
    ββ) διαπράχθηκε ενόπλως ή υπό τριών ή περισσοτέρων μαζί,
    βγ) οι δασμοί, οι φόροι και οι λοιπές επιβαρύνσεις που στερήθηκε το Δημόσιο ή η Ευρωπαϊκή Ένωση ανέρχονται στο ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) τουλάχιστον ευρώ και άνω,
    βδ) ο υπαίτιος μεταχειρίσθηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα.
    γ) Κάθειρξη, δέκα (10) τουλάχιστον ετών, εάν οι δασμοί, φόροι και οι λοιπές επιβαρύνσεις που στερήθηκε το Δημόσιο ή η Ευρωπαϊκή Ένωση υπερβαίνουν το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ.»

 

Άρθρο 23.

Καθορισμός κινήτρων και αμοιβών – Μέτρα προστασίας – Τροποποίηση του άρθρου 158 του ν. 2960/2001

Η παρ. 4 του άρθρου 158 του ν. 2960/2001 (Α΄ 265) αντικαθίσταται ως εξής:
«4. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, η οποία εκδίδεται ύστερα από εισήγηση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε., καθορίζονται:
α) οι όροι και οι προϋποθέσεις χορήγησης αμοιβών σε όσους παρέχουν πληροφορίες, οι οποίοι συμβάλλουν:
αα) στη διευκόλυνση της έρευνας για τη διαπίστωση και καταστολή λαθρεμπορικών πράξεων των άρθρων 155 και επόμενα ή
αβ) στην κατάσχεση λαθραίων ειδών και εμπορευμάτων,
β) οι όροι και οι προϋποθέσεις χορήγησης αμοιβών στους υπαλλήλους της Α.Α.Δ.Ε., οι οποίες χορηγούνται για την επίτευξη εξαιρετικών επιδόσεων, πέραν των συνήθων καθηκόντων τους, που συμβάλλουν:
βα) στη διευκόλυνση της έρευνας για τη διαπίστωση και καταστολή σημαντικών υποθέσεων λαθρεμπορικών πράξεων των άρθρων 155 και επόμενα ή
ββ) στην κατάσχεση λαθραίων ειδών και εμπορευμάτων, και
γ) το ύψος και το είδος των αμοιβών που δίδονται ως αντάλλαγμα στα πρόσωπα των περ. α΄ και β΄, οι οποίες μπορεί να είναι υλικές, χρηματικές ή άλλες. Οι χρηματικές αμοιβές που καταβάλλονται είναι κατ’ αποκοπή ποσά ή και ποσοστιαίες, έως είκοσι τοις εκατό (20%) επί των εισπραχθέντων πολλαπλών τελών ή του εκπλειστηριάσματος των κατασχεθέντων λαθραίων ειδών. Με όμοια απόφαση καθορίζονται τα μέτρα προστασίας για τα πρόσωπα των προηγούμενων περιπτώσεων.»

 

Άρθρο 24.

Κυρώσεις για παραβάσεις σχετικά με εμπορεύματα που έχουν τεθεί σε ελεύθερη ζώνη – Προσθήκη των παρ. 5, 6, 7, 8, 9, 10 και 11 στο άρθρο 148 και τροποποίηση του άρθρου 155 του ν. 2960/2001

 

  1. Στο άρθρο 148του ν. 2960/2001(Α΄ 265) προστίθενται οι παρ. 5 έως και 11, ως εξής:
    «5. Με την επιφύλαξη των παρ. 6, 7, 8, 9, 10 και 11 οπότε επιβάλλονται τα πρόστιμα που προβλέπονται από τις διατάξεις αυτές, για τη μη τήρηση των διαδικασιών του ειδικού καθεστώτος ελευθέρων ζωνών, όπως αυτές ορίζονται από τον Κανονισμό (ΕΕ) 952/2013, τον Κανονισμό (ΕΕ) 2446/15 και τον Κανονισμό (ΕΕ) 2447/2015, το άρθρο 33, το άρθρο 39 και την απόφαση της παρ. 2 αυτού, επιβάλλεται στον φορέα διαχείρισης ή στην εγκατεστημένη επιχείρηση, κατά περίπτωση, πρόστιμο από εκατό (100) μέχρι πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ για κάθε παράβαση, ανάλογα με τη βαρύτητά της.
    6. Στον φορέα διαχείρισης ή την εγκατεστημένη επιχείρηση που συντάσσει Βεβαίωση Τελωνειακού Χαρακτήρα με την οποία μη ενωσιακά εμπορεύματα, τα οποία εισέρχονται έμμεσα στην ελεύθερη ζώνη, δηλώνονται, είτε με έντυπο είτε μέσω ηλεκτρονικής εφαρμογής, ως ενωσιακά, επιβάλλεται πρόστιμο από δύο (2.000) έως πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ, ανάλογα με τη σοβαρότητα της παράβασης.
    7. Όταν κατά τον έλεγχο στις αποθήκες του φορέα διαχείρισης ή εγκατεστημένης επιχείρησης στην ελεύθερη ζώνη ανακαλύπτονται διαφορές κατά ένα ποσοστό μεγαλύτερο ή μικρότερο, οι οποίες υπερβαίνουν κατά δύο τοις εκατό (2%) την, σύμφωνα με την απόφαση της παρ. 2 του άρθρου 39, οριζόμενη φύρα ή μεταβολές του είδους ή της ποιότητας των εμπορευμάτων που τελούν υπό το καθεστώς της ελεύθερης ζώνης επιβάλλεται στον φορέα διαχείρισης ή στην εγκατεστημένη επιχείρηση, κατά περίπτωση, πρόστιμο ίσο με το διπλάσιο των δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων για τα εμπορεύματα που λείπουν ή για αυτά στα οποία βρέθηκαν διαφορές στο είδος ή στην ποιότητά τους.
    8. Εάν οι διαφορές στην ποιότητα, στην ποσότητα ή στο είδος υπερβαίνουν το δέκα τοις εκατό (10%), εκτός της πληρωμής του, κατά την παρ. 7 προστίμου, ο φορέας διαχείρισης ή η εγκατεστημένη επιχείρηση, κατά περίπτωση, υποχρεούται να καταβάλλει αμέσως τους δασμούς, τους φόρους και τις λοιπές επιβαρύνσεις για όλα τα εμπορεύματα που αφορούν στον ίδιο Αριθμό Καταχώρισης Λογιστικής Αποθήκης (Α.Κ.Λ.Α.).
    9. Eάν, κατά τον έλεγχο στις αποθήκες του φορέα διαχείρισης ή εγκατεστημένης επιχείρησης στην ελεύθερη ζώνη, προκύπτει έλλειμμα στα δοχεία ή τα δέματα που έχουν καταχωρισθεί στη λογιστική αποθήκη, επιβάλλεται στον φορέα διαχείρισης ή στην εγκατεστημένη επιχείρηση, κατά περίπτωση, πρόστιμο ίσο με το διπλάσιο των οφειλόμενων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων για τα εμπορεύματα που λείπουν. Εάν το βάρος κάθε δοχείου ή δέματος που λείπει, δεν είναι γνωστό, αυτό υπολογίζεται βάσει του μέσου βάρους των ομοειδών δοχείων ή δεμάτων, που έχουν καταχωρισθεί με τον ίδιο Αριθμό Καταχώρισης Λογιστικής Αποθήκης (Α.Κ.Λ.Α.). Η εφαρμογή των προηγούμενων εδαφίων δεν αποκλείει τη δίωξη για λαθρεμπορία σύμφωνα με την περ. ιδ΄ της παρ. 2 του άρθρου 155.
    10. Εάν μέσα στις αποθήκες του φορέα διαχείρισης ή εγκατεστημένης επιχείρησης στην ελεύθερη ζώνη, βρίσκονται εμπορεύματα τα οποία τελούν υπό το ειδικό καθεστώς της ελεύθερης ζώνης και δεν έχουν καταχωρισθεί στη λογιστική αποθήκη, επιβάλλεται στον φορέα διαχείρισης ή την εγκατεστημένη επιχείρηση, κατά περίπτωση, πρόστιμο ίσο με το διπλάσιο των οφειλόμενων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων.
    11. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, δύναται να ειδικεύονται οι παραβάσεις της παρ. 5 και να ρυθμίζεται το ύψος των προστίμων για κάθε παράβαση μέσα στα όρια που προβλέπονται στο παρόν.»

 

  1. Στην παρ. 2 του άρθρου 155του ν. 2960/2001προστίθεται περ. ιδ) και η παρ. 2 διαμορφώνεται ως εξής:
    «2. Ως λαθρεμπορία θεωρείται:
    α) η διάθεση στην κατανάλωση, χωρίς έγγραφη άδεια της αρμόδιας Τελωνειακής Αρχής και πληρωμή του εισαγωγικού δασμού, φόρου και λοιπών επιβαρύνσεων, εμπορευμάτων, τα οποία έχουν εισαχθεί δυνάμει νόμου ή σύμβασης, ατελώς ή με μειωμένες επιβαρύνσεις για ορισμένες ειδικές χρήσεις ή η χρησιμοποίηση αυτών των εμπορευμάτων σε άλλες χρήσεις εκτός των ορισμένων ειδικών τοιούτων,
    β) η εξαγωγή ή η εισαγωγή εμπορευμάτων των οποίων, κατά νόμο ή με απόφαση της αρμόδιας Αρχής, είναι απαγορευμένη η εξαγωγή ή η εισαγωγή, εκτός εάν με έγγραφη άδεια επιτράπηκε αυτή κατ’ εξαίρεση της απαγόρευσης από την αρμόδια Αρχή,
    γ) κάθε έλλειψη εμπορευμάτων από αποθήκες αποταμίευσης, με σκοπό να στερήσει το Δημόσιο από τους εισπρακτέους δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις επί των ελλειπόντων, εκτός αν το σύνολο των ως άνω δασμοφορολογικών και λοιπών επιβαρύνσεων που αναλογούν στα ελλείποντα εμπορεύματα δεν υπερβαίνει τα χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ και καταβληθούν τα οφειλόμενα μέσα σε σαράντα οκτώ (48) ώρες, από την ανακάλυψη και βεβαίωση του ελλείμματος, οπότε χαρακτηρίζεται η πράξη ως απλή τελωνειακή παράβαση και εφαρμόζεται η παρ. 3 του άρθρου 148 του παρόντος,
    δ) η ύπαρξη εμπορευμάτων σε πλοία ανεξαρτήτως χωρητικότητας τα οποία παραπλέουν στην ακτή και κατευθύνονται σε ελληνικό λιμάνι χωρίς να αναφέρονται στο δηλωτικό του πλοίου,
    ε) η ύπαρξη εμπορευμάτων, έστω και αναγεγραμμένων στο δηλωτικό, σε πλοίο, πλοιάριο ή πλωτό μέσο ανεξαρτήτου χωρητικότητας, το οποίο έχει προσορμίσει χωρίς ανώτερη βία σε λιμάνι ή όρμο του Κράτους, στο οποίο δεν επιτρέπεται η προσέγγιση,
    στ) η κατά την ώρα της αναχώρησης από το πλοίο έλλειψη εμπορευμάτων, που φορτώθηκαν για το εξωτερικό ή για άλλο λιμάνι του Κράτους με παραστατικό διαμετακόμισης,
    ζ) η αγορά, πώληση και κατοχή εμπορευμάτων που έχουν εισαχθεί ή τεθεί στην κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας,
    η) η με οποιονδήποτε τρόπο αφαίρεση του αριθμού πλαισίου από αυτοκίνητο ή παραποίηση αυτού και η με οποιονδήποτε τρόπο τοποθέτησή του, ενσωμάτωσή του σε άλλο αυτοκίνητο, για το οποίο δεν έχουν καταβληθεί οι οφειλόμενοι δασμοί και λοιποί φόροι. Ως αυτουργοί του αδικήματος διώκονται τόσο οι τεχνικοί και οι άλλοι εκτελούντες τις σχετικές εργασίες, όσο και ο ιδιοκτήτης ή εκμεταλλευόμενος το αυτοκίνητο στο οποίο μεταφέρεται ο ως άνω αριθμός,
    θ) η υποτιμολόγηση ή υπερτιμολόγηση εισαγόμενων ή εξαγόμενων εμπορευμάτων, εφόσον συνεπάγεται απώλεια δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων,
    ι) η παράνομη εισαγωγή ή μεταφορά ειδών και δειγμάτων άγριας πανίδας και χλωρίδας που κινδυνεύουν με εξαφάνιση, και προστατεύονται από Κοινοτικές ή Διεθνείς Συμβάσεις, τιμωρείται με τις διατάξεις περί λαθρεμπορίας, εκτός της περίπτωσης λαθραίας εισαγωγής αγρίων ζώντων ζώων, η οποία τιμωρείται με πρόστιμο τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. Το πρόστιμο επιβάλλεται ανεξαρτήτως των κυρώσεων που τυχόν προβλέπονται από άλλες διατάξεις.
    Τα άγρια ζώντα ζώα επαναπροωθούνται σε συνεργασία με τους αρμόδιους φορείς στο φυσικό τους περιβάλλον,
    ια) η με οποιονδήποτε τρόπο διάθεση στην κατανάλωση εμπορευμάτων που τελούν υπό καθεστώς κοινοτικής διαμετακόμισης,
    ιβ) η χωρίς άδεια εξαγωγή ειδών πολιτιστικής κληρονομιάς. Ως βάση επιβολής του πολλαπλού τέλους θα λαμβάνεται η αξία των ειδών αυτών, όπως αυτή θα προσδιορίζεται από την αρμόδια Υπηρεσία του Υπουργείου Πολιτισμού ή άλλης αρμόδιας Αρχής,
    ιγ) η χρήση πλαστού ή νοθευμένου πιστοποιητικού ταξινόμησης, καθώς και κάθε άλλη ενέργεια ή τέχνασμα με σκοπό τη μη καταβολή του τέλους ταξινόμησης παντός οχήματος,
    ιδ) κάθε έλλειψη από την ελεύθερη ζώνη εμπορευμάτων, τα οποία τελούν υπό το ειδικό καθεστώς της ελεύθερης ζώνης, με σκοπό να στερήσει την Ευρωπαϊκή Ένωση ή το Δημόσιο από τους εισπρακτέους δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις επί των ελλειπόντων, εκτός αν το σύνολο των ως άνω δασμοφορολογικών και λοιπών επιβαρύνσεων που αναλογούν στα ελλείποντα εμπορεύματα δεν υπερβαίνει τα χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ και καταβληθούν τα οφειλόμενα μέσα σε σαράντα οκτώ (48) ώρες, από τη βεβαίωση του ελλείμματος, οπότε η πράξη χαρακτηρίζεται ως απλή τελωνειακή παράβαση και εφαρμόζεται η παρ. 9 του άρθρου 148.»

 

Άρθρο 25.

Εφαρμογή διατάξεων του ν. 2960/2001 από τη Γενική Διεύθυνση του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος

 

  1. Η παρ. 4 του άρθρου 119Ατου ν. 2960/2001(Α΄ 265) εφαρμόζεται και για ελέγχους σε εγκαταστάσεις κατόχων άδειας εμπορίας και λιανικής εμπορίας πετρελαιοειδών προϊόντων, οι οποίοι διενεργούνται από τη Γενική Διεύθυνση του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.) στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της για τη δίωξη του λαθρεμπορίου σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 30 του ν. 3296/2004 (Α΄253) και το π.δ. 142/2017 (Α΄ 181). Στην περίπτωση αυτή, η σφράγιση διενεργείται σύμφωνα με τους όρους που καθορίζονται στην απόφαση του τελευταίου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 119Α του ν. 2960/2001.

 

  1. Η παρ. 11 του άρθρου 147του ν. 2960/2001εφαρμόζεται και για ελέγχους τήρησης της τελωνειακής νομοθεσίας, οι οποίοι διενεργούνται από τη Γενική Διεύθυνση Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.) στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της για τη δίωξη του λαθρεμπορίου σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 2 του άρθρου 30 του ν. 3296/2004 και το π.δ. 142/2017. Στην περίπτωση αυτή, το πρόστιμο του πρώτου εδαφίου επιβάλλεται από τον προϊστάμενο της τελωνειακής αρχής στη χωρική αρμοδιότητα της οποίας εδρεύει η ελεγχομένη από το Σ.Δ.Ο.Ε. εγκατάσταση, κατόπιν διαβίβασης του σχετικού φακέλου.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ΄
ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 26.

Εξουσιοδοτικές διατάξεις

  1. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Ψηφιακής Διακυβέρνησης και του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.) και των κατά περίπτωση αρμόδιων Υπουργών Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Εσωτερικών, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Υποδομών και Μεταφορών, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, καθορίζονται ειδικότερα το πεδίο εφαρμογής της παρ. 1 του άρθρου 6, οι όροι και προϋποθέσεις, οι υπόχρεοι, τα στοιχεία που καταχωρίζονται και η διαδικασία της ηλεκτρονικής απογραφής, το ακριβές χρονοδιάγραμμα εφαρμογής, η πρόσβαση των υπηρεσιών στα δεδομένα του μητρώου, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα.

 

  1. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Ψηφιακής Διακυβέρνησης και του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. και των κατά περίπτωση αρμόδιων Υπουργών Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Εσωτερικών, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Υποδομών και Μεταφορών, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, εξειδικεύονται οι παραβάσεις της παρ. 2 του άρθρου 6, η διαδικασία και τα όργανα επιβολής των κυρώσεων και προβλέπονται τα κριτήρια για τον ακριβή καθορισμό του ύψους των διοικητικών προστίμων για κάθε παράβαση, εντός των ορίων που προβλέπονται στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου καθώς και η διαδικασία είσπραξης των διοικητικών προστίμων και κάθε άλλο σχετικό θέμα.

 

 

  1. Στο άρθρο 178του ν. 2960/2001(Α΄ 265) προστίθεται η παρ. 8 ως εξής:
    «8. Με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων καθορίζονται οι διαδικασίες, οι όροι και οι προϋποθέσεις έκδοσης άδειας λειτουργίας των πλωτών μέσων ως μέσων αποθήκευσης, διακίνησης και εφοδιασμού, κατά περίπτωση, ενεργειακών προϊόντων καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα.»

 

Άρθρο 27.

Μεταβατικές διατάξεις

  1. Η τρέχουσα θητεία του Προέδρου και των μελών του Σ.Ε.Κ. παρατείνεται έως τη συγκρότηση του Συμβουλίου Διοίκησης του Συντονιστικού Επιχειρησιακού Κέντρου (Σ.Ε.Κ.) του άρθρου 6του ν. 4410/2016(Α΄ 141) και πάντως όχι πέραν της 31ης.3.2021. Η θητεία του προσωπικού που συνεπικουρεί το έργο του Σ.Ε.Κ. και υπηρετεί σε αυτό κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος, παρατείνεται έως και την 31η.3.2021.
  2. Οι κανονιστικές πράξεις, οι οποίες έχουν εκδοθεί μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος δυνάμει της παρ. 12 του άρθρου 15του ν. 3054/2002(Α΄ 230) για την υποχρεωτική σήμανση υγρών καυσίμων εξακολουθούν να ισχύουν.

 

 

 

Άρθρο 63.

Σφράγιση βυτιοφόρων μεταφοράς υποκείμενων υγρών καυσίμων προς εξαγωγή – Προσθήκη άρθρου 112Α στον ν. 2960/2001

 

Στον ν. 2960/2001 (Α΄ 265) προστίθεται νέο άρθρο 112Α ως εξής:
«Άρθρο 112 Α
Σφράγιση βυτιοφόρων μεταφοράς υποκείμενων υγρών καυσίμων προς εξαγωγή
1. Η διακίνηση, υπό καθεστώς αναστολής, των υποκειμένων σε Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης ενεργειακών προϊόντων των περ. α) έως ιβ) της παρ. 1 του άρθρου 73, τα οποία προορίζονται για εξαγωγή, μέσω βυτιοφόρων οχημάτων, γίνεται με αποκλειστική ευθύνη των εγκεκριμένων αποθηκευτών του άρθρου 55 και είναι επιτρεπτή, εφόσον συντρέχουν, σωρευτικά, οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) τα διαμερίσματα των δεξαμενών των βυτιοφόρων οχημάτων σφραγίζονται, κατά τη φόρτωση, με εταιρικές σφραγίδες, ώστε να διασφαλίζεται το απαραβίαστο των διαμερισμάτων τους, κατά τη διακίνηση,
β) τα βυτιοφόρα οχήματα διαθέτουν πιστοποιητικό ογκομέτρησης με τα στοιχεία ογκομέτρησης όλων των διαμερισμάτων των δεξαμενών τους, εκδιδόμενο από αρμόδιους πιστοποιημένους φορείς, καθώς και βέργα μέτρησης στάθμης των δεξαμενών τους συνοδευόμενη από το απαιτούμενο πιστοποιητικό διακρίβωσης, σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στην περ. α΄ της παρ. 13 του άρθρου 31 του ν. 3784/2009 (Α΄137) και τα άρθρα 30 και 31 του ν. 4608/2019 (Α΄ 66),
γ) τα βυτιοφόρα οχήματα διαθέτουν πιστοποιητικό καταλληλότητας για τελωνειακή σφράγιση και αριθμό μητρώου «Διακινητή Πετρελαίου Ναυτιλίας και Αφορολογήτων Καυσίμων» (ΔΙ.ΠΕ.Ν.Α.Κ.).
2. Η μη τήρηση των υποχρεώσεων της παρ. 1 χαρακτηρίζεται ως απλή τελωνειακή παράβαση, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 119Α, και τιμωρείται ως εξής:
α) Για παράβαση της περ. α) επιβάλλεται πρόστιμο ποσού πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ ανά διαμέρισμα.
β) Για παράβαση της περ. β) επιβάλλεται πρόστιμο ποσού τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ ανά βυτιοφόρο.
γ) Για παράβαση της περ. γ) επιβάλλεται πρόστιμο ποσού τριών χιλιάδων (3.000) ανά βυτιοφόρο.
Υπόχρεοι για την καταβολή των προστίμων της παρούσας είναι οι εγκεκριμένοι αποθηκευτές του άρθρου 55, οι οποίοι είναι υπεύθυνοι για τη σφράγιση των βυτιοφόρων σύμφωνα με την παρ. 1.
3. Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. καθορίζονται οι διαδικασίες παρακολούθησης και ελέγχου τήρησης της παρ. 1, τα σημεία σφράγισης, τα χαρακτηριστικά των σφραγίδων, τα συνοδευτικά έγγραφα τα οποία φέρουν υποχρεωτικά τα στοιχεία των σφραγίδων, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα.»

 

  1. Το άρθρο 63 τίθεται σε ισχύ την 1η.7.2021. H προθεσμία του προηγούμενου εδαφίου μπορεί να παραταθεί το αργότερο έως την 1η.1.2022 με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε..